ΝΟΣΦΕΡΑΤΟΥ - Θοδωρής Δημητρόπουλος

 

Ο μεσίτης Τόμας Χάτερ ταξιδεύει στην Τρανσυλβανία για να κλείσει μια σημαντική συμφωνία με τον μυστηριώδη κόμη Όρλοκ. Εκείνος όμως θα αποδειχτεί ένα τρομακτικό βαμπίρ που όχι μόνο στοιχειώνει τα όνειρα της συζύγου του Τόμας, Έλεν, αλλά θα ξεκινήσει κι ένα ταξίδι πίσω προς τη Γερμανία, κουβαλώντας μαζί του μια πανούκλα που θα κατακλύσει την πόλη.

Ο μεγάλος στιλίστας και τεχνίτης Ρόμπερτ Έγκερς (“Ο Φάρος”, “Ο Άνθρωπος του Βορρά”) επιστρέφει στον μύθο του Νοσφεράτου όπως έναν αιώνα πριν τον όρισε κινηματογραφικά ο Μούρναου. Ο αξεπέραστος γερμανός σκηνοθέτης σκηνοθέτησε την εμβληματική ταινία του ως μια ανεπίσημη διασκευή του Δράκουλα του Μπραμ Στόκερ οπότε έχει ενδιαφέρον πως η νέα, κατά Έγκερς εκδοχή μοιάζει να αντλεί επιρροή τόσο από το εξπρεσιονιστικό φιλμ του 1922, όσο κι από τον “Δράκουλα” του Κόπολα από το 1992.

Δηλαδή, μια αφήγηση της ιστορίας μέσα από σκιές, αιχμές και γωνίες, με έμφαση σε έναν βαθύ σωματικό και υπαρξιακό τρόμο, αλλά την ίδια στιγμή που αγκαλιάζει πλήρως την ερωτική διάσταση που χαρακτηρίζει την ρομαντικότερη εκδοχή κατά Κόπολα. Σε συνδυασμό αυτές οι δύο τάσεις δημιουργούν κάτι που ναι μεν διαρκώς θυμίζει άλλα πράγματα (ένα ντεφό της ταινίας είναι η έλλειψη κάποιου πειστικού, προσωπικού οράματος), αλλά καθώς τα συνδυάζει φτάνει σε ένα αποτέλεσμα πολύ πιο παθιασμένα και επικίνδυνα ωμό από ό,τι η συνηθισμένη βαμπιρική γοητεία.

Η Έλεν είναι μια γυναίκα που παραδίδεται στις σκοτεινές ορμές της θυμίζοντας κάτι από την σκοτεινή έλξη που μας ασκεί κάτι που θέλουμε κολασμένα αλλά ξέρουμε ταυτόχρονα πως δεν είναι για καλό μας. Η Λίλι Ρόουζ Ντεπ μπορεί μεν να έχει πάρει κι αυτή τις αναφορές της από την Ατζανί του “Μια Γυναίκα Δαιμονισμένη” του Ζουλάφσκι (έχουμε στα χέρια μας όπως καταλαβαίνεται μια ταινία βουτηγμένη στην αναφορικότητα) αλλά επεκτείνει την μανία του παιξίματός της σε μια παθιασμένη σωματικότητα που σχεδόν μας επιτίθεται.

Είναι φανταστική μέσα σε ένα συνολικά περίεργο ensemble: Το Έμμα Κόριν παίζει αδιάφορα, ο Νίκολας Χουλτ δεν έχει πολλούς τόνους, ο Γουίλεμ Νταφόε παίζει σε άλλη ταινία, ενώ ο Άαρον Τέιλορ-Τζόνσον ανακαλύπτει μια περίπου καρτουνίστικη εκδοχή μιας παθητικής πατριαρχίας – διαρκώς μειώνει την Έλεν κι αυτά που περνάει, αμφισβητεί το πάθος της και την αλήθεια της, αλλά περισσότερο μοιάζει να αναζητά με νευρικότητα και κλιμακούμενη απόγνωση μια ασφαλή λύση για τα όσα δε μπορεί να κατανοήσει και ούτε να ελέγξει. Άντρες.

Πάντως ο μεγάλος σταρ είναι, καλώς ή κακώς, ο ίδιος ο Έγκερς. Λέει την ιστορία μέσα από μακρά πλάνα σμιλευμένα στις σκιές και τις αποχρώσεις του σκοταδιού, επιλέγοντας να στήνει το κάδρο μονίμως πάνω στους ηθοποιούς οι οποίοι ερμηνεύουν το θεατρικότατο (τελικά) δράμα τους απευθείας προς εμάς – ελάχιστες είναι οι σκηνές που δυο χαρακτήρες συνομιλούν μεταξύ τους μες στο κάδρο, σε σχέση με εκείνες που μιλούν κατευθείαν στον φακό. Νιώθεις, έτσι, πως οι πάντες βιώνουν μια διαρκή ακολουθία συνταρακτικών συνειδητοποιήσεων – σα να απευθύνονται στον όποιο θεό τους, με εμάς ως μάρτυρες πράξεων ανείπωτων.

Είναι σκοτεινό, με κάθε πιθανό τρόπο. Και φρικαλέα όμορφο, επίσης.

Θοδωρής Δημητρόπουλος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα news247.gr

Smart Search Module