
Οι θρησκείες είναι το αποκούμπι των ανθρώπων για να διαχειριστούν τον θάνατο και έχουν δημιουργήσει ένα πλαίσιο παράδοσης μέσα στο οποίο κινούνται οι πιστοί. Στην Ισλαμική παράδοση οι νεκροί για σαράντα ημέρες μπορούν να επισκέπτονται τους αγαπημένους τους στα όνειρά τους και μετά εξαφανίζονται. Πάνω σε τούτη την παράδοση χτίζει ο Φατίχ Ακίν τη ρομαντική ιστορία δύο νέων ερωτευμένων, η διαδρομή της οποίας είναι άκρως δραματική, καθότι πρόκειται για διαχείριση θανάτου. Κι ας μην γελιόμαστε ο θάνατος δεν κουλαντρίζεται με τίποτα, παρ’ όλες τις υποσχέσεις των θρησκειών. Ο Φάρις και η Φαράσα γνωρίζονται στο πάρτι αποφοίτησης(τις πανελλαδικές εξετάσεις)και το μόνο που τους απασχολεί είναι η επιλογή κατεύθυνσης σπουδών. Στην ουσία πρόκειται για έναν όπως οι ειδικοί-παθόντες -τυχεροί, αποκαλούν κεραυνοβόλο έρωτα.
Όμως μπορεί ο έρωτας να είναι θνησιγενής από τη φύση του, αλλά εδώ δεν προλαβαίνει καν να ανθίσει, αφού το δυστύχημα που, θα συμβεί μετά το πάρτι και στον δρόμο για το σπίτι, θα τους χωρίσει ο θάνατος πριν τελικά η ζωή τους ενώσει. Από τους τέσσερις επιβαίνοντες στο αυτοκίνητο με οδηγό τον Φάρις, θα χάσει τη ζωή της η Φαράσα, αφήνοντας πίσω της τους επιζώντες παρέα με τις ερινύες. Παρακολουθούμε τον Φάρις να προσπαθεί αρχικά να καταλάβει τι συνέβη και στη συνέχεια να διαχειριστεί , την απώλεια, τις ενοχές, το πένθος. Σε τούτη την πορεία έχει συνοδοιπόρο την αγαπημένη του Φαράσα που, επί σαράντα ημέρες τον επισκέπτεται στα όνειρά του. Δύο οι δρόμοι και οι λύσεις. Η μία και συνήθης, διαχειρίζεσαι την απώλεια με αρωγό τον πανδαμάτορα χρόνο για να βγεις από το πένθος και το αδιέξοδο των ενοχών. Η άλλη είναι, να πας να βρεις αυτόν που έχασες. Δύο κόσμοι αυτός των ζώντων και ο άλλος των τεθνεώτων, από την μια ο εγνωσμένος και από την άλλη ο άγνωστος, ο πρώτος με τα καλά και τα κακά του και ο δεύτερος με την άνοια και την ανυπαρξία. Ωστόσο στην ιστορία που μας αφηγείται ο Ακίν, δεν είναι εύκολη η επιλογή για τον Φάρις, ούτε καν για την Φαράσα η οποία κυκλοφορεί ως φάντασμα πια, που παίρνει ζωή μόνο στα όνειρα του αγαπημένου της Φάρις.
Το ίδιο περίπου και ο Φάρις, ζει στα όνειρα, βρίσκοντας διέξοδο και αγαλλίαση, ενώ στο φως της μέρας προσπαθεί να καταλάβει τα ανθρώπινα που, δεν διαχειρίζονται πάντα οι άνθρωποι, αλλά η μοίρα, ο θεός, ή κάποιος που παίζει μαζί μας και τη ζωή μας. Η διαδρομή της αφήγησης , παρά το βαρύ κλίμα, έχει μια γλύκα, μια παράξενη νηνεμία και κόντρα στη διάχυτη ταραχή των δρώντων χαρακτήρων. Υπάρχει ενός βαθμού σασπένς για το τι θα κάνει ο Φάρις, αν θα επιλέξει την τρέλα και τον θάνατο ή την προσαρμογή. Αλλά παρ’ όλες τις ηθελημένες σεναριακές και σκηνοθετικές «λοξοτιμονιές», το σκάφος πρέπει να φτάσει στον προορισμό του, που είναι η ζωή. Όπως την ξέρουμε με τα αχ και τα βαχ, τις φουσκοθαλασσιές και τους μαΐστρους, γιατί στην άλλη πλευρά δεν βγαίνει κιχ, απ’ όσο μπορούμε να καταλάβουμε.
Μια ταινία για τη διαχείριση του θανάτου και της απώλειας, την πάλη με τις αναπόφευκτες ενοχές, τον έρωτα ως πηγή ζωής και συνέταιρου του θανάτου, πηγή χαράς και πόνου, για την αθωότητα ως θεμέλιο της ομορφιάς, για την μουσική(εδώ είναι οργανικό μέρος της αφήγησης) ως πένθος, εξομαλυντής του πόνου και καθοδηγητής αγαλλίασης, στο κάδρο και η πολυπολιτισμική κοινωνία. Ευφυής η ισλαμική παράδοση για το σαρανταήμερο των επισκέψεων και τελικά συνάδει με την ημέτερη λαϊκή σοφία, οι ζωντανοί με τους ζωντανούς και οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους. Πλην όμως στην επονείδιστη απώλεια και ευφυώς ακατονόμαστη και χρονικά παράταιρη, οι πάντες σηκώνουν ψηλά τα χέρια. Το μοιραίο θα καθοδηγεί πάντα τη ζωή μας, μέχρι να πάρουμε τα ηνία της μοίρας μας. Με τις εξαιρετικές ερμηνείες των: Ερέν Μ. Γκιουβερτσίν, Μάριαμ Νταγουντ, Σαρλώτ Φαλκενχάιν, Γκαμπριέλ Αμορίν.
Γιάννης Γκακίδης
