
Υπάρχει μια στιγμή στις κινηματογραφικές αίθουσες που πάντοτε με δυσκολεύει. Είναι εκείνη που ολοκληρώνονται οι τίτλοι τέλους και ανάβουν τα φώτα της αίθουσας. Οι θεατές σηκώνονται από τις θέσεις τους και κάποιοι έχουν ήδη ξεχάσει τα ονόματα των ανθρώπων που παρακολουθούσαν επί δύο ώρες. Συχνά παραμένω καθισμένος για λίγο ακόμη. Έχω μια εκκρεμότητα με τους ανθρώπους που μόλις αποχαιρέτησα.
Ύστερα από τόσα χρόνια παρακολουθώντας και γράφοντας για τον κινηματογράφο, έχω ανακαλύψει ότι ορισμένοι ήρωες αρνούνται πεισματικά να εγκαταλείψουν τη σκέψη μου. Τους γνώρισα σε μια αίθουσα, παρακολούθησα τις χαρές και τις απογοητεύσεις τους, συμμερίστηκα τους φόβους τους, τους έρωτές τους. Έριξα κλεφτές ματιές στα γυμνά τους σώματα, διαφώνησα με τις αποφάσεις τους, προσπαθούσα να τους ηρεμήσω όταν τρόμαζαν. Και ξαφνικά, τη στιγμή που αισθάνομαι ότι αρχίζω να τους γνωρίζω πραγματικά, εμφανίζονται οι τίτλοι τέλους και η γνωριμία μας διακόπτεται.
Αλήθεια, ποιος αποφασίζει πότε τελειώνει η ζωή ενός κινηματογραφικού ήρωα; Ο σεναριογράφος; Ο σκηνοθέτης; Εκείνη η τελευταία εικόνα που σβήνει μέσα στο σκοτάδι; Και τι συμβαίνει αμέσως μετά;
Θα ήθελα, για παράδειγμα, να συναντήσω τον Ρικ Μπλέιν, πολλά χρόνια μετά από εκείνο το βράδυ που αποχαιρέτησε την Ίλσα στο αεροδρόμιο της Καζαμπλάνκα. Να καθίσουμε σε κάποιο μπαρ, να πιούμε ένα ποτό να τον ρωτήσω αν κατάφερε ποτέ να αγαπήσει ξανά. Αν εξακολουθεί να θυμάται τη στιγμή που άφησε τη γυναίκα που αγαπούσε να φύγει με τον σύζυγό της. Αν έμαθε να ζει με την απουσία της ή αν πέρασε την υπόλοιπη ζωή του αναρωτώμενος πως θα ήταν τα πράγματα αν της είχε ζητήσει να μείνει. Αν τσακώθηκε ποτέ με τους αδελφούς Έπσταϊν και τον Χάουαρντ Κοχ, που αποφάσισαν για λογαριασμό του.
Θα ήθελα να συναντήσω τη Φλοράνς και τον Ζυλιέν από το Ασανσέρ για δολοφόνους του Λουί Μαλ. Να τους συναντήσω, ίσως σε κάποιο παρισινό μπαρ, και να τους ρωτήσω τι απέγιναν μετά από εκείνη τη μοιραία νύχτα. Βγήκε ποτέ ο Ζυλιέν από τη φυλακή; Τον περίμενε η Φλοράνς; Τον επισκέφθηκε όλα εκείνα τα χρόνια ή συνέχισε τη ζωή της με την ανάμνηση ενός έρωτα που κατέληξε σε τραγωδία; Κι αν συναντήθηκαν ξανά, κατάφεραν άραγε να κοιταχτούν στα μάτια χωρίς να θυμηθούν όσα τους οδήγησαν στον χωρισμό;
Και ο Ντέκαρντ; Πού πήγε άραγε μαζί με τη Ρέιτσελ, όταν έκλεισε πίσω τους η πόρτα στο Blade Runner του Ρίντλεϊ Σκοτ; Κατάφεραν να ξεφύγουν από εκείνους που τους καταδίωκαν; Βρήκαν ποτέ έναν τόπο όπου θα μπορούσαν να ζήσουν χωρίς να φοβούνται; Θα ήθελα ακόμη να ρωτήσω τον Ντέκαρντ αν θυμάται τον Ρόι Μπάτι, που τον άρπαξε από το χέρι την τελευταία στιγμή, καθώς κρεμόταν στο κενό από την άκρη μιας ταράτσας. Αν επιστρέφει καμιά φορά με τη σκέψη του σε εκείνη τη βροχερή νύχτα, στον ετοιμοθάνατο Ρόι με το λευκό περιστέρι στα χέρια, που μιλούσε για τις αναμνήσεις του λίγο πριν χαθούν για πάντα μαζί του. Κι αν αναρωτήθηκε ποτέ ποιος από τους δυο τους υπήρξε τελικά περισσότερο άνθρωπος.
Και οι ήρωες του Πίτερ Σέλερς; Μήπως κάποια μέρα ο επιθεωρητής Κλουζό εγκατέλειψε οριστικά την αστυνομία, απογοητευμένος από έναν κόσμο που αδυνατούσε να αναγνωρίσει την ιδιοφυΐα του, και μετακόμισε σε ένα ήσυχο σπίτι με κήπο, αποφασισμένος να ζήσει ως κύριος Τσανς; Μήπως εκεί, ανάμεσα στα λουλούδια και στα δέντρα, ο άλλοτε αδέξιος επιθεωρητής ανακάλυψε μια διαφορετική σχέση με τον κόσμο; Και μήπως εκείνο το αινιγματικό περπάτημα πάνω στο νερό, στο τέλος του Να είσαι εκεί, κύριε Τσανς, ήταν τελικά η πρώτη φορά που ο Κλουζό κατάφερε κάτι απολύτως αδύνατο χωρίς καν να αντιληφθεί ότι το έκανε;
Θα μπορούσα να συνεχίσω για ώρες. Να αναζητήσω την Τζέσικα Ράμπιτ και να τη ρωτήσω αν εξακολουθεί να αγαπά τον αδέξιο Ρότζερ με το ίδιο πάθος. Ή να ανακαλύψω που κατέφυγε ο Χάνιμπαλ Λέκτερ μετά την απόδρασή του στη Σιωπή των αμνών. Κατάφερε άραγε να εγκαταλείψει τις δολοφονικές του συνήθειες ή συνέχισε να σκοτώνει ανθρώπους, σε κάποια γωνιά του κόσμου, χωρίς εμείς να μάθουμε ποτέ τίποτα γι’ αυτούς;
Όμως αναρωτιέμαι μήπως αυτή η παράξενη επιθυμία είναι περισσότερο κοινή απ' όσο φαντάζομαι.
Εσείς, αλήθεια, έχετε σκεφτεί ποτέ τι απέγινε ένας κινηματογραφικός ήρωας αφού τον αποχαιρετήσατε; Έχετε αναρωτηθεί πως πέρασε το πρώτο του βράδυ μετά την τελευταία σκηνή; Που ξύπνησε το επόμενο πρωί; Ποιον συνάντησε στον δρόμο; Αν μετάνιωσε για κάτι που έκανε ή αν βρήκε τελικά την ευτυχία που αναζητούσε;
Υπάρχει κάποιος που θα θέλατε να συναντήσετε ξανά, έστω για λίγα λεπτά;
Οι πραγματικά σπουδαίοι κινηματογραφικοί χαρακτήρες αποκτούν κάποτε μια παράξενη αυτονομία από τους δημιουργούς τους. Εγκαθίστανται στη μνήμη μας και αποκτούν μια δική τους υπόσταση, ακόμη κι όταν έχουμε ξεχάσει σημαντικές λεπτομέρειες της ιστορίας τους. Τους αναγνωρίζουμε σε ανθρώπους που συναντούμε καθημερινά. Ανακαλύπτουμε τις αδυναμίες τους μέσα στις δικές μας. Κάποτε μάλιστα θυμόμαστε μια κινηματογραφική τους φράση με μεγαλύτερη ευκολία απ’ ό,τι οι ίδιοι.
Και ίσως εδώ να κρύβεται μια από τις μεγαλύτερες δυνάμεις του κινηματογράφου. Μας επιτρέπει να γνωρίζουμε ανθρώπους που γεννήθηκαν στη φαντασία κάποιου άλλου και να τους προσφέρουμε μια θέση στη δική μας ζωή. Μόνο που αυτή η σχέση έχει μια ιδιαιτερότητα. Εμείς επιστρέφουμε στην καθημερινότητά μας. Εκείνοι άραγε παραμένουν μέσα στην ιστορία τους, περιμένοντας κάποιον να τους θυμηθεί; Ή μήπως συμβαίνει κάτι διαφορετικό; Μήπως οι ήρωες συνεχίζουν να ζουν κάπου, σε μια νοητή κοινωνία με τους δικούς της δρόμους, τα σπίτια, τα μπαρ και τις συνήθειές της; Μήπως συναντιούνται μεταξύ τους, συζητούν όσα τους συνέβησαν και αναρωτιούνται γιατί εμείς εξαφανιστήκαμε τόσο ξαφνικά από τη ζωή τους; Και αν πράγματι μας θυμούνται, τι άραγε σκέφτονται για εμάς; Για τους ανθρώπους που παρακολούθησαν τις πιο προσωπικές τους στιγμές, γνώρισαν τα μυστικά τους, είδαν τις αδυναμίες τους και ύστερα σηκώθηκαν από τις θέσεις τους και έφυγαν;
Ίσως όλα αυτά να αποτελούν μια προσωπική ιδιοτροπία. Μια συνήθεια που απέκτησα ύστερα από αμέτρητες ώρες μέσα στις σκοτεινές αίθουσες. Εξακολουθώ, ωστόσο, να πιστεύω ότι οι ταινίες που μας σημαδεύουν περισσότερο είναι εκείνες που αφήνουν πίσω τους ανθρώπους με τους οποίους έχουμε ακόμη πράγματα να συζητήσουμε. Γι' αυτό και πολλές φορές, όταν ολοκληρώνεται μια προβολή, αισθάνομαι ότι η ιστορία συνεχίζεται κάπου πέρα από την οθόνη. Ότι οι τίτλοι τέλους σηματοδοτούν απλώς τη στιγμή που εμείς αποχωρούμε από τη ζωή τους. Οι ήρωες, ωστόσο, έχουν ακόμη μια ζωή μπροστά τους.
Την επόμενη φορά, λοιπόν, που θα βρεθείτε σε μια κινηματογραφική αίθουσα, δοκιμάστε κάτι. Όταν ολοκληρωθεί η ταινία και ανάψουν τα φώτα, μείνετε για μια στιγμή στη θέση σας. Σκεφτείτε τον άνθρωπο που μόλις αποχαιρετήσατε. Που θα πάει απόψε; Τι θα κάνει αύριο; Πως θα είναι η ζωή του ύστερα από δέκα χρόνια; Και κυρίως, αναρωτηθείτε αν θα θέλατε να τον συναντήσετε ξανά.
Κώστας Κωνσταντινίδης

