
Με τη ζωή της διευθύντριας ενός γηροκομείου του Παρισιού που θ’ αλλάξει όταν συναντά μια, με ανίατη ασθένεια, Γιαπωνέζα σκηνοθέτιδα του θεάτρου ασχολείται στην πρώτη του γαλλόφωνη ταινία, «Έτσι ξαφνικά» ο Ριουσούκε Χαμαγκούτσι, ένας από τους πιο σημαντικούς σκηνοθέτες του σύγχρονου ιαπωνικού κινηματογράφου, βραβευμένου τα τελευταία χρόνια σε διάφορα διεθνή φεστιβάλ, από τις «Ιστορίες της τύχης και της φαντασίας» (2021, Μέγα Βραβείο στο φεστιβάλ του Βερολίνου) και «Drive My Car» (2022, βραβείο σεναρίου στις Κάννες), μέχρι «Ο Διάβολος δεν υπάρχει» (Μέγα Βραβείο στο φεστιβάλ Βενετίας).
Ταινία εμπνευσμένη από μια σειρά επιστολών που αντάλλαξαν μεταξύ τους η Γιαπωνέζα Μαόκο Μιγιάνο, φιλόσοφος που εξέταζε τις μεταστάσεις στον καρκίνο του στήθους και η ανθρωπολόγος ιατρός Μάχο Ισόνο, και που κυκλοφόρησαν σε βιβλίο το 2019. Η ταινία εστιάζεται στη Μαρί-Λου, διευθύντρια ενός γηροκομείου, που αρχικά ξεκίνησε ως ψυχιατρικό νοσοκομείο, και που η έλλειψη πόρων οδήγησε στο κλείσιμο του, ρίχνοντας στο δρόμο εκατοντάδες ασθενείς.
Η συνέντευξη μου με τον 48χρονο Ιάπωνα σκηνοθέτη έγινε στις Κάννες τον περασμένο Μάιο, στην περίοδο του 79ου φεστιβάλ, όπου η ταινία του χάρισε εξίσου το βραβείο γυναικείας ερμηνείας στις δύο εξαίρετες πρωταγωνίστριες του, την Βιρζινί Εφιρά και την Τάο Οκαμότο.
Τι σας έκανε να αποφασίσετε να γυρίσετε μια ταινία βασισμένη στην αλληλογραφία ανάμεσα στην ανθρωπολόγο Μάγο Ισόνο και τη φιλόσοφο Μάικο Μιγιάνο; Τι σας έκανε να πιστέψετε πως μια τέτοια θα τραβούσε το κοινό;
Οταν ο παραγωγός μου έδωσε το βιβλίο της αλληλογραφίας πριν από πέντε χρόνια δεν πίστευα πως μπορούσε να γυριστεί μια ταινία με βάση τα γράμματα που γράφουν οι δυο γυναίκες στον υπολογιστή τους. Σκέφτηκα πως ο καλύτερος τρόπος για μια κινηματογραφική ταινία με πολύ πνευματικούς διαλόγους θα ήταν να φέρω τις δύο τους αντιμέτωπες και αυτά να γίνουν σαν ένας διάλογος ανάμεσα τους σε συναντήσεις τους σε κοινούς χώρους.
Οι διάλογοι, όπως και σε προηγούμενες ταινίες σας, παίζουν σημαντικό ρόλο. Πως καταφέρατε να δημιουργησουν οι δύο αυτές πρωταγωνίστριες σας τη χημεία μεταξύ τους;
Η διαμόρφωση των διαλόγων είναι σίγουρα κάτι το σημαντικό για μένα. Βέβαια όταν έχεις να κάνεις με διαλόγους που ήδη υπάρχουν στο βιβλίο είναι δύσκολο να τους αλλάξεις και χρειάζεται να επιλέξεις αυτούς που θα υπηρετήσουν το σενάριο και το ρυθμό του. Ο διάλογος είναι αυτός που με οδηγεί στην εξέλιξη της ιστορίας. Είναι κάτι που πρέπει να δημιουργηθεί σωστά μέσα από τις λέξεις, τις κινήσεις και την όλη συμπεριφορά των ηθοποιών μου. Αφήνω τους ηθοποιούς μου να το δοκιμάσουν στις σελίδες που τους δίνω μέχρι που να αισθανθούν ότι αυτό είναι αληθινό, πειστικό, ότι κάτι συμβαίνει ανάμεσα τους, ότι μπορούν να φτάσουν στο βάθος αυτού που αισθάνονται. Οταν το καταφέρουν τότε αρχίζω το γύρισμα. Και η Εφιρά και η Οκαμότο έμαθαν η μία τη γλώσσα της άλλης. Τότε αρχίζει πράγματι να δημιουργείται η σχέση ανάμεσά τους, αυτή η χημεία που απαιτείται ανάμεσά τους.
Οι διάλογοι σας αυτοί μου θύμισαν τις ταινίες του Ερίκ Ρομέρ…
Ναι, ακριβώς. Με τιμάτε το ότι με συγκρίνετε με τον Ρομέρ. Τον Ρομέρ σκέφτηκα όταν με πλησίασε ο Γάλλος παραγωγός και μου πρότεινε να γυρίσω μια ταινία στη Γαλλία. Δεν έχω δει όλες τις ταινίες του αλλά όσες έχω δει τις θαυμάζω, ιδιαίτερα το L’ amour fou και τη «Νύχτα μου με τη Μοντ». Μόλις μου μίλησε ο παραγωγός σκέφτηκα αμέσως τη «Νύχτα μου με τη Μοντ», η οποία παρά τους φιλοσοφικούς της διαλόγους είχε επιτυχία με το κοινό. Γιατί υπάρχει σίγουρα ένα τέτοιο, έτοιμο κοινό που εμφανίζεται κάθε φορά όταν παίζονται διαφορετικού τύπου ταινίες.
Εκτός από τον Ρομέρ είναι άλλοι σκηνοθέτες που θαυμάζετε;
Ναι, αρχικά, όταν ακόμη σπούδαζα μου άρεσε πολύ ο Τριφό, αργότερα άρχισαν να ξεχωρίζω και να θαυμάζω σκηνοθέτες όπως οι Χάουορντ Χοκς, Τζον Κασσαβέτης, Ζαν Γκρεμιγιόν, Κιρόσι Κουροσάβα.
Πώς σκεφτήκατε να χρησιμοποιήσετε την ιδέα του Humanitude στην ταινία;
Γνώριζα τη γαλλική αυτή μέθοδο θεραπείας, για την αποκατάσταση του αισθήματος ανθρωπιάς ανάμεσα στα πρόσωπα με άνοια, και αισθάνθηκα πως αυτό μπορούσε να συνδεθεί με την αλληλογραφία των δύο γυναικών. Τότε ανακάλυψα αυτό τον οίκο ευγηρίας Παρίσι που αντιμετώπιζε παρόμοιες προκλήσεις. Εκεί συνάντησα και μια νοσοκόμα που με εντυπωσίασε. Παρόλο που δεν είχε ακόμη εκπαιδευτεί στο πρόγραμμα του Humanitude δεν έδειχνε να πιστεύει σ’ αυτό. Τελικά πάνω της βάσισα το χαρακτήρα της Σόφης της νοσοκόμας της ταινίας που έρχεται σε σύγκρουση με την Μαρί-Λου.
Στην ταινία σας στο επίκεντρο είναι αυτός ο αγώνας της Μαρί-Λου να κάνει το αδύνατο δυνατό…
Ναι, ακόμη και το ότι εγώ ένας Ιάπωνας σκηνοθέτης, με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο αντιμετώπισης του γυρίσματος μιας ταινίας, δηλαδή η δυσκολία μου συχνά να μην είμαι άμεσος στις συνεννοήσεις μου με τους ηθοποιούς μου, κατάφερα να τελειώσω την ταινία όπως πιστεύω ήθελα, και τελικά να τη φέρω μέχρι και εδώ στις Κάννες, αυτό δεν είναι το αδύνατο δυνατό; Στην ταινία ο αγώνας για να γίνει το αδύνατο δυνατό είναι διπλός: από τη μία, αυτός της Μαρί-Λου να πετύχει το σχέδιο Humanitude, του πώς να δώσουμε πίσω σε αυτά τα άτομα την ατομικότητά τους κι από την άλλη ο αγώνας της να ξεπεράσει την αρρώστια της, τον καρκίνο. Ακόμη και αν αυτό θα πετύχει, εξαρτάται και από την τύχη, πέρα δηλαδή από την απογοήτευση που μέχρι σχεδόν το τέλος φαίνεται να αντιμετωπίζουν οι δύο γυναίκες, πάντα στη ζωή υπάρχει η ελπίδα για επιτυχία, η ελπίδα του αδύνατου να γίνει δυνατό.
Στις τελευταίες σας ταινίες πρωταγωνίστριες είναι πάντα γυναίκες. Τι είναι αυτό που σας προσελκύει στις ιστορίες τους;
Το ότι πράγματι παρουσιάζω προβλήματα γυναικών σε αυτές τις ταινίες είναι κάτι το ξεχωριστό, κάτι που με τραβάει. Πάντως, είτε έχω γυναίκες είτε άντρες πρωταγωνιστές, η αντιμετώπιση είναι πάντα η ίδια.
Το ότι η ταινία σας διαρκεί περισσότερο από τρεις ώρες δεν σας φοβίζει ότι δεν θα τραβήξει το κοινό;
Εξαρτάται από το τι του παρουσιάζεις. Όταν αρχίζω να γυρίζω μια ταινία πάντα σκέφτομαι αν αυτή θ’ αρέσει στο κοινό. Την αντιμετωπίζω και ως θεατής και αν έτσι μου αρέσει προχωρώ και τη γυρίζω. Είμαι ένας ανεξάρτητος σκηνοθέτης, για μένα κάθε ταινία είναι σημαντική. Πάντα σκέφτομαι το κοινό. Δεν φτιάχνω ταινίες για τον εαυτό μου. Πιστεύω όμως πως υπάρχει πάντα και ένα κοινό για ταινίες όπως αυτές που φτιάχνω.
Η συνέντευξη δόθηκε στον Νίνο Φένεκ Μικελίδη
και δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα enetpress.gr
