Η Avelina Prat, με προϋπηρεσία στον αρχιτεκτονικό κλάδο πριν μεταπηδήσει στο σινεμά σε επικουρικά πόστα, και από εκεί κάνοντας και τα επόμενά της βήματα στη σκηνοθεσία στον χώρο των ταινιών μικρού μήκους και του ντοκιμαντέρ, κάνει τώρα και το πρώτο της πέρασμα στην ελληνική κινηματογραφική διανομή με το δεύτερο μεγάλου μήκους φιλμ μυθοπλασίας που υπογράφει σκηνοθετικά, το «Μια Φάρμα στην Πορτογαλία», που κυκλοφορεί στις αίθουσες την Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου από τη Μικρόκοσμος Film.
Η ταινία διέγραψε μια σημαντική φεστιβαλική πορεία την περασμένη χρονιά (Φεστιβάλ της Μάλαγα, BAFICI με έδρα το Μπουένος Άιρες, Φεστιβάλ της Γκουανταλαχάρα στο Μεξικό) και προτάθηκε για τρία βραβεία Γκόγια πριν προβληθεί και για πρώτη φορά στην Ελλάδα εντός του 2026, στα πλαίσια της διοργάνωσης του 10ου Ισπανόφωνου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Αθήνας (FeCHA), όπου η Prat ήταν επίσημη καλεσμένη.
Είχαμε την ευκαιρία να μιλήσουμε μαζί της με αφορμή τη νέα της δουλειά, σε μια συζήτηση που «βούτηξε» στα βαθιά της δημιουργικής διαδικασίας και μας βοήθησε να αντιληφθούμε περισσότερα ειδικά για το πώς προσέγγισε την ιστορία της και τους ήρωές της.
ADVERTISING
Παρακολουθώντας το φιλμ, αισθάνθηκα πως το «Επάγγελμα: Ρεπόρτερ» του Antonioni πρέπει να ήταν μια σημαντική επιρροή. Ήταν όντως έτσι; Υπήρξαν άλλες ταινίες που να σας ενέπνευσαν κατά τη διάρκεια της δημιουργικής διαδικασίας;
Είναι αστείο, και κάποιος άλλος επισήμανε αυτό το φιλμ, το «Επάγγελμα: Ρεπόρτερ», όταν διάβαζε το σενάριο. Δεν το είχα παρακολουθήσει εκείνο το διάστημα, το έκανα εκ των υστέρων. Οπότε, δεν ήταν μια άμεση επιρροή αλλά αμφότερες οι ταινίες έχουν πολλά κοινά μεταξύ τους, δεν υπάρχει αμφιβολία γι’ αυτό. Επίσης, ο Antonioni πάντοτε υπήρξε σημείο αναφοράς για εμένα, ακόμη και αν αυτό δεν αφορά το συγκεκριμένο έργο [σ.σ.: το «Επάγγελμα: Ρεπόρτερ»]. Άλλοι σκηνοθέτες που με έχουν εμπνεύσει δυνητικά είναι ο Aki Kaurismäki, ο Jim Jarmusch, η Kelly Reichardt, η Laura Citarella και ο Hirokazu Koreeda.
Σχετικά με την απόφαση του Fernando [σ.σ.: του πρωταγωνιστή της ταινίας] να εγκαταλείψει τη θέση του ως λέκτορας στο πανεπιστήμιο για να γίνει κηπουρός, ως έκβαση χρησιμοποιείται σαν μια μεταφορά που συνδέεται με τρέχουσες τάσεις στην Ευρώπη που «γέρνουν» υπέρ μιας επιστροφής στην απλότητα έναντι ενός διανοουμενισμού;
Ο Fernando, ως καθηγητής, ζει σ’ ένα σύμπαν ιδεών κι εννοιών. Παρατηρεί τον κόσμο μέσα από βιβλία και χάρτες. Με το που γίνεται κηπουρός αυτό αλλάζει εντελώς, τώρα πρέπει να πιάνει με τα χέρια του τη γη, να συσχετίζεται με το περιβάλλον του μ’ έναν σωματικό τρόπο. Είναι στην ίδια γραμμή με την τάση που αναφέρετε, αλλά εκτός από μια επιστροφή στην απλότητα, περιλαμβάνει και μια επανασύνδεση με τη σωματική διάσταση που συχνά παραβλέπουμε.
Υπάρχει μια αίσθηση διακριτικότητας στον τρόπο με τον οποίο απεικονίζεται η ιστορία, πολλά πράγματα εσκεμμένα μένουν ανείπωτα. Πιστεύετε πως αυτό το είδος αφήγησης αποτελεί μια χαμένη τέχνη στο σημερινό κινηματογραφικό τοπίο ή υπάρχουν αξιοπρόσεκτες φωνές που διατηρούν αυτού του τύπου την παράδοση;
Ξεκάθαρα δεν είναι η πιο συνηθισμένη τάση σήμερα, αλλά φυσικά υπάρχουν πολλές φωνές που διατηρούν αυτόν τον τρόπο του να φτιάχνει κανείς ταινίες. Οι περισσότεροι καλοί σκηνοθέτες χρησιμοποιούν εξίσου συχνά τις σιωπές και τα βλέμματα με τον διάλογο… και βασίζονται πολύ σε όσα μένουν ανείπωτα. Μου αρέσει ιδιαίτερα το μυστήριο που δημιουργείται έτσι, όπως και η δυνατότητα του να δίνεις στα μέλη του κοινού την ευκαιρία να συμπληρώσουν τα κενά σύμφωνα με τις ιδέες τους, τις ζωές τους… Το κοινό είναι που ολοκληρώνει τη διαδικασία της συγγραφής της ταινίας.
Θεωρώ πως ήταν ενδιαφέρον που οι χαρακτήρες των Milena και Amalia συνδέονται εμμέσως με κοινό στοιχείο το προσωπικό τους τραύμα το οποίο σχετίζεται με ιστορικά γεγονότα. Διατυπώνει έτσι το φιλμ πως, παρά τις επί μέρους διαφορές, το τραύμα μπορεί να είναι μια βάση για καλύτερη κατανόηση του άλλου;
Κατά έναν τρόπο, ναι. Όταν βιώνεις κάποια έντονη εμπειρία στη ζωή σου, κάτι τραυματικό, πιθανότατα ξεκινάς να κατανοείς τον κόσμο διαφορετικά. Κοιτάζεις τους άλλους ανθρώπους από μια διαφορετική οπτική γωνία, με μια μικρότερη τάση να τους κατακρίνεις. Η Amalia διαθέτει περισσότερη κατανόηση λόγω της καταγωγής της, αφήνει τον Fernando να μείνει κάτω από την ίδια στέγη χωρίς να κάνει ερωτήσεις. Και ύστερα ο Fernando, μέσα από τις δικές του εμπειρίες κατά τη διάρκεια της ιστορίας, θα συμπεριφερθεί παρόμοια. Η ταινία μιλάει για την κατανόηση και την ενσυναίσθηση.
Λαμβάνοντας υπόψιν ότι ο Fernando δεν είναι ένας χαρακτήρας που αναγκαστικά ανταποκρίνεται σε συγκεκριμένα στερεότυπα, θα λέγατε ότι η ύπαρξή του συνεισφέρει στον τρέχοντα διάλογο σχετικά με τον σημερινό ρόλο της αρρενωπότητας στον κινηματογράφο;
Πιθανώς. Νοιάζομαι πολύ για τους χαρακτήρες μου, τους αντιμετωπίζω με τον ίδιο τρόπο είτε είναι άντρες είτε γυναίκες. Προσπαθώ να τους καταλάβω και να τους εμπλουτίσω με πολυπλοκότητα, αντιφάσεις… και να τους βάζω σε μια διαδικασία μόνιμης αναζήτησης, να προσπαθούν να κατανοήσουν τι συμβαίνει γύρω τους, να βρουν τη θέση τους στον κόσμο.
Μέσα από τις συζητήσεις σας με θεατές ανά τον κόσμο όπου έχει προβληθεί το φιλμ, ποιο από τα γνωρίσματα του Fernando είναι εκείνο με το οποίο οι περισσότεροι σινεφίλ τείνουν τα ταυτίζονται;
Ίσως το γεγονός ότι δεν μιλάει πολύ. Απλά παρατηρεί και αποδέχεται.
Πήρατε κάτι καινούριο ως μάθημα σαν σεναριογράφος μέσα από τη συγγραφή αυτής της ιστορίας, και αν ναι τι ήταν αυτό;
Μπορεί να μοιάζει προφανές αλλά η εμπειρία το καθιστά πολύ ξεκάθαρο: χρειάζεται χρόνος για να κάνεις κάτι καλά. Χρειάζεται χρόνος για να γράψεις ένα σενάριο. Πρέπει να ζήσεις με την ιστορία και τους χαρακτήρες στο μυαλό σου ακόμη και όταν δεν γράφεις, να δεις τον κόσμο μέσα από τα μάτια τους, να τους συνοδεύσεις… και το σενάριο θα πάρει μορφή σιγά σιγά.
Η συνέντευξη δόθηκε στον Πάρι Μνηματίδη
και δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα moveitmag.gr

