Ούτε που καυλώσαμε - Μαρθίλια Σβάρνα
Με πετυχημένο καστ και όμορφα αστραφτερά πλυντήρια, που όλο γυρίζουν και μας ζαλίζουν, (ρουφώντας μας και στους αχαρτογράφητους τόπους του ονείρου), περνάμε στη δεύτερη μέρα για τις ταινίες του Εθνικού Διαγωνιστικού του 49ου Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας. Με το Κερί, δηλαδή, της Χρυσιάννας Παπαδάκη, μια ακόμα ταινία που συνδέει την ομοφυλοφιλία με τον αγαπημένο βαμπιρισμό στην οποία μια κοπέλα ακολουθεί την κοπέλα του ονείρου της σε ένα κέντρο περιποίησης για να πεθάνει – αφού πρώτα βασανιστεί από την τελευταία με το κερί αποτρίχωσης. Ευτυχώς κάποιοι πεθαίνουν ακόμα στον ύπνο τους ρομαντικά όπως δηλαδή αρμόζει στους αιρετικούς - κοινωνικούς επαναστάτες του φύλου και όπως παλιότερα άρμοζε ευρύτερα στους επαναστάτες του έρωτα.
Φυσικά εκτός από τους επαναστάτες του έρωτα υπάρχουν και οι κοινωνικοί επαναστάτες οι οποίοι δυσκολεύονται να ανταπεξέλθουν στα επαναστατικά τους καθήκοντά όντες φτωχοί. Ή αλλιώς στους Αδέσποτους της Αναστασίας Γκίβαλου η άρνηση στράτευσης αποκτάει ταξικά χαρακτηριστικά, αφού μπορεί να τη «σηκώσει» μόνο όποιος τον παίρνει να πληρώσει το τίμημα. Αυτό το διαχρονικό ερώτημα πολιτικού και ηθικού προβληματισμού επανέρχεται πολύ εύστοχα φέτος σε αυτήν την ταινία που αναπτύσσεται σε συνδυασμό με την κατάδειξη της επίκαιρης πανευρωπαϊκής πρεμούρας για υποχρεωτική στράτευση. Ενδιαφέρουσα είναι ακόμα η συνομιλία της ταινίας με τους Απόντες του Νίκου Γραμματικού (καθώς οι ήρωες νιώθουν βαθύτερα μόνοι στο πλαίσιο της αντροπαρέας τους) όπως και η συνομιλία της ταινίας με το Digger του Τζώρτζη Γρηγοράκη (στο σημείο της σύγκρουσης του γιού με τον πατέρα που καταλήγει στη μεταξύ τους σύνδεση).
Δυστυχώς με τέτοια ανεργία αυτήν την εποχή, της «πολεμικής λαγνείας», μόνο ειρωνικά θα μπορούσαμε να πούμε πως οι νέοι στην Ελλάδα περνάνε «ζωή και κότα». Τα πράγματα φυσικά δεν είναι καλύτερα για τους ηλικιωμένους που μαζί με την υπαρξιακή μοναξιά βιώνουν συχνά και πραγματική. Αυτό δείχνει το σύντομο stop motion animation Ζωή και Κότα της Λεύκης Δεριζιώτη, όπου βλέπουμε μια αριστοκρατική ηλικιωμένη χήρα να ζει μόνη περιτρυγισμένη από αναμνηστικές φωτογραφίες. Όταν όμως της χτυπήσει το παράθυρο ο θάνατος οι φωτογραφίες θα σβήσουν μαζί με τη μνήμη της που είναι ό,τι πιο πολύτιμο φέρει και θα μείνει μόνο μια όμορφη παλιά ταπετσαρία, κομμάτι της οποίας θα έπρεπε να βάλουν σε κάδρο οι αρχιτέκτονες - ανακαινιστές του μέλλοντος.
Σε κάδρο παραλίγο να μπει και η σαφώς νεαρότερη ηρωίδα της επόμενης ταινίας, που αν και δεν πεθαίνει κυριολεκτικά, σίγουρα ζει αλλεπάλληλους μεταφορικούς ερωτικούς θανάτους. Στο τελευταίο πλάνο της ταινίας Ούτε που καυλώσαμε τη βλέπουμε να αιωρείται χειραφετημένη κι ελεύθερη με μια κούνια πάνω από την πόλη, θυμίζοντάς μας την Ευδοκία στην ομώνυμη ταινία του Αλέξη Δαμιανού. Σε προηγούμενα πλάνα είχε κατηγορηθεί από τον τέως της φίλο για πόρνη, ενώ το καινούριο της «φλερτ» (που ακούει στο όνομα Ιάσωνας) είχε φανεί ανάξιος στο να την υπερασπιστεί.
Παρόμοια κριτική απέναντι στην ανόητη και καταχρηστική πατριαρχική εξουσία κάνει και η τελευταία ταινία αυτής της συλλογής, «Το Κατά του Αλέκτορος» του Θάνου Τοκάκη. Στην ταινία γινόμαστε μάρτυρες μια «συνηθισμένης» παιδικής κακοποίησης καθώς το σωτήριον έτος 1994 μ.μ. στα εκπαιδευτήρια Plato ο δάσκαλος πατέρας βάζει με το ζόρι το γιό του να υποδυθεί το Χριστό στη σχολική γιορτή του Πάσχα. Φαίνεται όμως πως η τραυματική αυτή εμπειρία θα κάνει αντίστροφα τον χαριτωμένο γιο να θέλει να γίνει ηθοποιός και πως ακόμα οι κατσαρίδες καταφέρνουν να διεισδύσουν στο καθαρό παρκέ του ιδιωτικού σχολείου όπως και η υπερβολικά παράξενη βρόμα που κρύβεται μέσα στα καλά παπούτσια των ασώματων χριστιανών του κτηρίου που αν και βουτηγμένοι στην υποκρισία και την αγωνία του φαίνεσαι, μυρίζουν. Ευτυχώς οι καθαρίστριες (Δώρα Μασκλαβάνου), τα παιδιά, οι ηλικιωμένοι και μερικές φορές κ οι μαμάδες (Μαρία Φιλίνι) βρίσκονται αναγκαστικά πιο κοντά στην αλήθεια και η ελπίδα σ’ αυτόν τον κόσμο δεν είναι ολοκληρωτικά χαμένη.
Ασπασία Λυκουργιώτη

