Δεν ξέρω πόσοι σκηνοθέτες ταινιών τρόμου θα είχαν την πολυτέλεια να συγκεντρώσουν στην ίδια παραγωγή την Τζέσικα Τσαστέιν, ένα παιδί με αξιοθαύμαστη υποκριτική φυσικότητα, έναν εξαιρετικό διευθυντή φωτογραφίας και μια ιστορία που επιτρέπει στον τρόμο να γεννηθεί μέσα από την παιδική αθωότητα. Ξέρω όμως έναν που τα είχε όλα αυτά και κατάφερε να γυρίσει μια ταινία για πολλά γέλια. Τον Ρομπ Σάβατζ.
Η μικρή Αραμπέλα Ολίβια Κλαρκ ανταποκρίνεται θαυμάσια στις απαιτήσεις του ρόλου της, με μια φυσικότητα που αξίζει να προσέξουν και αρκετοί δικοί μας σκηνοθέτες, ιδιαίτερα όταν καλούνται να καθοδηγήσουν παιδιά μπροστά στην κάμερα. Απέναντί της βρίσκεται η Τζέσικα Τσαστέιν, μια ηθοποιός με σπάνια υποκριτική πληθωρικότητα, που ακόμη και με μια ανεπαίσθητη αλλαγή στην έκφρασή της μπορεί να μετατρέψει τη μητρική παρουσία σε πηγή ανασφάλειας. Στο οικογενειακό αυτό περιβάλλον επιστρέφει διακριτικά και η Κάρεν Άλεν, στον ρόλο της γιαγιάς, συμπληρώνοντας ένα ενδιαφέρον ερμηνευτικό σύνολο. Η γυαλιστερή, σχεδόν λουστραρισμένη φωτογραφία του Λόουελ Μέγιερ μεταμορφώνει κάθε οικείο χώρο σε πιθανή εστία απειλής, προσφέροντας το κατάλληλο σκηνικό για μια ιστορία που έχει τη δυνατότητα να αφηγηθεί τον τρόμο μέσα από τα μάτια ενός παιδιού, για το οποίο ακόμη και η πιο παράλογη φαντασίωση μπορεί να αποτελεί αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα.
Κι όμως, ο Σάβατζ μοιάζει να αντιμετωπίζει αυτό το πολύτιμο υλικό με μια σκηνοθετική αυταρέσκεια που σταδιακά μετατρέπει τον τρόμο σε τσίρκο. Αντί να εμπιστευτεί την παιδική ματιά και να αφήσει την απειλή να αναπτυχθεί μέσα από όσα το κορίτσι βλέπει, ακούει ή φαντάζεται, επιστρατεύει ένα ολόκληρο οπλοστάσιο από γνώριμα τεχνάσματα, απότομους αιφνιδιασμούς και υπερβολικές μεταμορφώσεις που συσσωρεύονται μέχρι να χάσουν και την παραμικρή ικανότητα να προκαλέσουν τρόμο. Όσο δε περισσότερο προσπαθεί να μας τρομάξει, τόσο περισσότερο απομακρύνεται από εκείνο που θα μπορούσε πραγματικά να μας φοβίσει. Και κάπου εκεί, το γέλιο αρχίζει να διεκδικεί τη θέση του τρόμου.
Δεν έχω διαβάσει το μυθιστόρημα του Τζος Μάλερμαν στο οποίο βασίζεται η ταινία, ώστε να γνωρίζω πόσα από τα προβλήματά της οφείλονται στο πρωτότυπο υλικό. Ομολογώ πάντως ότι, αν το βιβλίο μοιάζει με την κινηματογραφική του μεταφορά, μάλλον καλύτερα που δεν το διάβασα. Έχοντας παρακολουθήσει εκατοντάδες ταινίες ανάλογου τρόμου, βλέπω στην Άλλη Μαμά να ανακυκλώνονται ιδέες, εικόνες και σκηνοθετικά ευρήματα από έργα που τουλάχιστον είχαν καταφέρει να τρομάξουν το κοινό τους. Κακά τα ψέματα, το σινεμά αυτού του είδους παίζεται πια στα σημεία. Μόνο που η Άλλη Μαμά του Ρομπ Σάβατζ χάνεται στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.
Κώστας Κωνσταντινίδης
