Η πρώτη ταινία για τη μεγάλη οθόνη που γύρισε ο μέχρι τότε τηλεοπτικός σκηνοθέτης Σίντνεϊ Λουμέτ, που τον επέβαλε στη συνέχεια ως έναν από τους πιο σημαντικούς νέους σκηνοθέτες του σύγχρονου Χόλιγουντ (θ’ ακολουθήσει με μερικές εξαίρετες ταινίες όπως «Ο ενεχυροδανειστής», «Σέρπικο», «Σκυλίσια μέρα», «Το δίκτυο», «Πριν ο διάβολος καταλάβει ότι πέθανες») είναι βασικά ένα δικαστικό, και όχι μόνο, δράμα, που, τυτόχρονα, ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί για να αναπτύξει τις δυνατότητες ενός δικαστικού συστήματος που προσφέρει όσο το δυνατό περισσότερες ευκαιρίες σε ένα κατηγορούμενο να αποδείξει την αθωότητά του.

Η ταινία αρχίζει με το τέλος της δικαστικής απόφασης που αφήνει τους 12 ένορκους να αποσυρθούν για να συζητήσουν και να καταλήξουν στην ετυμηγορία τους. Με το ξεκίνημα της συνεδρίασης, σύμφωνα με την πρόταση ενός από τους ένορκους (Λι Τζέι Κομπ), πως δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία για την ενοχή του (κατηγορείται ότι δολοφόνησε τον πατέρα του), οι ένορκοι δείχνουν να συμφωνούν και, χωρίς άλλη συζήτηση, στη ψηφοφορία που ακολουθεί, οι 10 από αυτούς ψηφίζουν ναι. Ένας όμως, ο υπ. αριθμό 8 (Χένρι Φόντα), δεν συμφωνεί.

12 Angry Men2

Και αρχίζει ήρεμα, αλλά επίμονα, να αναπτύσσει και να εξετάζει τις λεπτομέρειες, να επαναλαμβάνει τις κινήσεις ενός από τους μάρτυρες στη δίκη, να εμφανίζει, όταν χρειάζεται, και ένα μαχαίρι, στην προσπάθειά του να αποδείξει πως δεν είναι δυνατό, πέραν πάσης αμφιβολίας, να είναι σίγουροι για την ενοχή του ισπανόφωνου κατηγορούμενου.

Η ταινία, σίγουρα, στηρίζεται στο διάλογο καθώς και στην ανάπτυξη των χαρακτήρων των δώδεκα ενόρκων (ο φίλαθλος που βιάζεται για να μη χάσει τον αγώνα, ο ρατσιστής, και διάφοροι άλλοι). Με τον Λουμέτ να εκμεταλλεύεται με διάφορους, πάντα κινηματογραφικούς, τρόπους, την εξέλιξη της πλοκής για να μας οδηγήσει στο αναμενόμενο φινάλε: τον κλειστοφοβικό χώρο του δωματίου όπου συνεδριάζουν οι ένορκοι, την αφόρητη ζέστη που επικρατεί (με τους ένορκους να αρχίζουν να ιδρώνουν και να θέλουν να καταλήξουν σε μια γρήγορη απόφαση, πράγμα που, για προσωπικούς λόγους, χρησιμοποιεί ένας από αυτούς), τις συγκρούσεις ανάμεσά τους, τους φωτισμούς και τις συνεχείς κινήσεις της κάμερας γύρω και πάνω από τα πρόσωπα. Και πάνω απ’ όλα τις ερμηνείες όλων των ηθοποιών – μάθημα θα έλεγα υποκριτικής – με εκείνη του Χένρι Φόντα να κυριαρχεί. Μια ταινία γυρισμένη στη δεκαετία του ’50, ταυτόχρονα και σχόλιο πάνω στην περίοδο του μακαρθισμού, ταινία που και σήμερα, 60 τόσα χρόνια μετά το γύρισμά της, δεν έχασε την επικαιρότητά της.

Νίνος Φενέκ Μικελίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα enetpress.gr