Την κατάσταση του ατόμου σε ένα κράτος ανεξέλεγκτης εξουσίας αλλά και τη διαστρέβλωση της αλήθειας από τα μίντια (ιδιαίτερα στην εποχή της διακυβέρνησης του Τραμπ) και συγκεκριμένα από τους δημοσιογράφους εκείνους που αναζητούν με κάθε τρόπο και χωρίς σε βάθος έρευνα το «λαβράκι», στιγματίζει στη θαυμάσια αυτή, συγκλονιστική, νέα ταινία του ο 89χρονος Κλιντ Ίστγουντ.

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο αειθαλής Ίστγουντ στρέφεται σε απλά (πολύ συχνά συντηρητικά) πρόσωπα για να αφηγηθεί την ιστορία τους. Τη φορά αυτή ο Ίστγουντ στρέφεται στην αληθινή ιστορία του Ρίτσαρντ Τζιούελ, ενός λευκού φρουρού ´ ασφαλείας, ο οποίος, εξαιτίας της επιμονής του στις λεπτομέρειες και στο πρωτόκολλο, κατάφερε να σώσει εκατοντάδες ζωές από τον τρομοκρατικό βομβαρδισμό του Centennial Park της Ατλάντα, στη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων που έγιναν εκεί το 1996 και στον οποίο σκοτώθηκαν δυο άτομα και τραυματίστηκαν 100 – ο πραγματικός τρομοκράτης, Έρικ Ρούντολφ, συνελήφθη, όπως πληροφορούμαστε στο τέλος της ταινίας, 7 χρόνια αργότερα.

Η επιμονή αυτή του Ρίτσαρντ Τζιούελ στο πρωτόκολλο μέχρι σχολαστικότητας, θα οδηγήσει στην ανακάλυψη της αυτοσχέδιας βόμβας και την μετατροπή του Τζιούελ σε εθνικό ήρωα. Μόνο που αυτό δεν θα διαρκέσει και πολύ. Αποφασισμένο στη γρήγορη ανακάλυψη του ενόχου, το FBI στρέφεται, εξαιτίας μιας ανεξακρίβωτης πληροφορίας, στον Τζιούελ, και, με τη βοήθεια μιας ασυνείδητης δημοσιογράφου που χάρη στη σχέση της με έναν από τα μέλη του FBI έχει πρόσβαση στις διάφορες πληροφορίες, τον ταυτοποιούν με τον μυστηριώδη τρομοκράτη. Με αποτέλεσμα, η ζωή του Ρόμπερτ και της προστατευτικής μητέρας του (με την Κάθι Μπέιτς σ’ ένα ρόλο που της κέρδισε την υποψηφιότητα στα Όσκαρ) να μετατραπεί σταδιακά σε αληθινή κόλαση, με τα μίντια να τους κυνηγούν μέρα-νύχτα και τους πράκτορες του FBI να τους παρακολουθούν συστηματικά και να επεμβαίνουν καθημερινά με τον πιο χυδαίο και άγριο τρόπο στη ζωή τους.

richard

Με ένα φαινομενικά απλό στιλ, με μια άμεση, ρεαλιστική αφήγηση και ένα τέλεια οργανωμένο ρυθμό, ο Ίστγουντ αφηγείται την οδύσσεια του ταλαίπωρου Τζιούελ, ενός μικροαστού λευκού, εφησυχασμένου, ταπεινού πατριώτη (σίγουρα μέλους της «σιωπηλής πλειοψηφίας»), που ακόμη και με την όλη απάνθρωπη καθημερινή παρενόχληση δεν σταματά να πιστεύει στο νόμο και την τάξη (όπως τονίζει ο ίδιος κάποια στιγμή), και γενικότερα στο σύστημα που είναι έτοιμο να τον οδηγήσει ακόμη και στην αγχόνη.

Εκτός από την εξαίρετη σκηνοθεσία, στην οποία όλα είναι υποταγμένα (μαζί και η φωτογραφία και η μουσική), εκείνο που εντυπωσιάζει είναι πως ο Ίστγουντ, υπερασπιστής των συντηρητικών φρονημάτων, καταφέρνει να δώσει μια ανθρωπιά, μια ειλικρίνεια και μια δύναμη στον απλό αυτό, ταπεινό λευκό μικροαστό του και, μέσα από το καφκικό δράμα του, να κάνει μια καυστική κριτική πάνω στην ίδια την αμερικανική κοινωνία αλλά και στους τρόπους με τους οποίους λειτουργεί το κράτος («τρεις μαλάκες που εκπροσωπούν την κυβέρνηση» λέει σε μια στιγμή ο δικηγόρος του Τζιούελ, αναφερόμενος στους τρεις πράκτορες του FBI που έχουν βάλει στόχο τους τον Τζιούελ).

Πριν κλείσω την κριτική μου αξίζει να σταματήσω στην εκπληκτική ερμηνεία του Πολ Γουόλτερ Χάουζερ: ταπεινός στα δυο τρία της ταινίας, σιωπηλός, έτοιμος να υποστηρίξει το νόμο, αποφασισμένος όμως να κάνει το σωστό («κι εγώ εκπροσωπώ το νόμο» θα πει στον πράκτορα του FBI, όταν εκείνος προσπαθεί να τον παρουσιάσει κατώτερο του), χωρίς ποτέ να αμφισβητεί το σύστημα, καταπιέζοντας την οργή και την απογοήτευσή του για ένα μεγάλο διάστημα, είναι μόνο προς το τέλος, όταν πια τα πράγματα έχουν φτάσει στο απροχώρητο, που ο σκληρός δικηγόρος του (ένας πολύ καλός Σαμ Ρόκγουελ) τον αναγκάζει να πάρει μια πιο επιθετική, με την αξιοπρέπεια που του αρμόζει, στάση. Ρόλος πολύπλοκος που τον πετυχαίνει πέρα ως πέρα και που θα μπορούσε άνετα να είναι υποψήφιος στα Όσκαρ.

Νίνος Φενέκ Μικελίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα enetpress.gr