Δεκαεννέα χρόνια μετά το ντεμπούτο του στη σκηνοθεσία με την κομεντί «Πιστά ερωτευμένοι», ο Εντουαρντ Νόρτον επανήλθε πίσω από τον φακό για να σκηνοθετήσει ένα γνήσιο φιλμ νουάρ, κρατώντας για τον εαυτό του τον αβανταδόρικο κεντρικό ρόλο. Και το αποτέλεσμα, θα αρχίσω από εκεί, προσωπικά με ενθουσίασε. Μια θαυμάσια δουλειά σε όλους τους τομείς που δεν θα έπρεπε με τίποτε να λείπει από τις υποψηφιότητες των προσεχών Οσκαρ.

charlies angels

Εχοντας προσαρμόσει ο ίδιος το σενάριο της ταινίας από το ομότιτλο μυθιστόρημα του Τζόναθαν Λέθεμ (εκδόσεις Κέδρος), ο Νόρτον αναπλάθει τη Νέα Υόρκη με χρώμα δεκαετίας του 1950 και παίζει τον αθώο άνθρωπο που αντιλαμβάνεται ότι έχει πατήσει στην κινούμενη άμμο των ενοχών και των ψεμάτων της πολιτικής εξουσίας. Είναι ο Λάιονελ Εσρογκ, ένας ταλαντούχος ιδιωτικός ντετέκτιβ ο οποίος θα βρεθεί σε αυτή τη θέση όταν αποφασίζει να ανακαλύψει τον λόγο για τον οποίο το αφεντικό και μέντοράς του δολοφονήθηκε (απροσδόκητα γλυκό το πέρασμα του Μπρους Γουίλις). Ο ίδιος ο χαρακτήρας του Λάιονελ είναι που τελικά σε συνεπαίρνει. Γιατί είναι πανέξυπνος, με εντυπωσιακή μνήμη, αντίληψη και χιούμορ αλλά και πάσχων από το σύνδρομο Τουρέτ. Την ώρα που βρίσκεται διαρκώς σε δύσκολες καταστάσεις, είναι αναγκασμένος να μάχεται με διάφορα τικ που ναι με τον ταλαιπωρούν αλλά δεν τον αποπροσανατολίζουν. Ο Νόρτον τον χειρίζεται άψογα και οι σκηνές της κρίσης του, όπου επαναλαμβάνει λέξεις όπως «αν» («If! If! If!»), αποκτούν έναν ιλαροτραγικό χαρακτήρα, έναν υπόγειο αυτοσαρκασμό που αποτρέπει τον θεατή στο να αντιμετωπίσει τον Λάιονελ με οίκτο. Ως σκηνοθέτης, ο Νόρτον φαίνεται βαθιά επηρεασμένος από εικόνες του παλιού, κλασικού αμερικανικού σινεμά τις οποίες υιοθετεί με σεβασμό. Δομικά η ταινία πλησιάζει το αριστούργημα του Ρόμαν Πολάνσκι, την «Τσάιναταουν», ενώ οφείλει να σταθεί κανείς στην πληθώρα των εξωτερικών γυρισμάτων, όπου παρακολουθεί, με δεκάδες αυτοκίνητα να αλωνίζουν τους δρόμους της Νέας Υόρκης των ’50ς.


Γιάννης Ζουμπουλάκης

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα in.gr