Τα δύσκολα (συχνά απάνθρωπα) προβλήματα στη διάρκεια μιας διαδικασίας διαζυγίου είναι στο επίκεντρο της συναρπαστικής «Ιστορίας γάμου» του Νόα Μπόμπαχ («Η Μαργκό πάει στο γάμο», «Όσο είμαστε νέοι», «Ιστορίες των Μέδιροβιτς»), που πρωτοείδαμε στο πρόσφατο φεστιβάλ της Βενετίας και που τώρα αρχίζει να προβάλλεται στις ελληνικές αίθουσες.

Με βάση ένα εξαιρετικό και με ωραίους διαλόγους σενάριο (που έγραψε ο ίδιος), ο Μπόμπαχ χρησιμοποιεί την ιστορία της διαδικασίας του διαζυγίου για να περιγράψει τον ίδιο το γάμο και τον έρωτα ανάμεσα στο ζευγάρι αλλά και τα προβλήματα όταν στην απόφαση για διαζύγιο εμπλέκεται και ο μικρός γιος τους.

Όπως γνωρίζουμε, και όπως συχνά μας το υπενθυμίζει ο αμερικανικός ιδιαίτερα κινηματογράφος, από τη στιγμή που οι δικηγόροι αναλαμβάνουν ένα διαζύγιο τα πράγματα οδηγούνται προς το χειρότερο, το ζευγάρι καταλήγει σε σύγκρουση και άδικες καταγγελίες, συχνά και μίσος, ενώ η αλήθεια παραμορφώνεται για να ικανοποιήσει την κάθε πλευρά.

God Exists 2

Ο Μπόμπαχ πολύ έξυπνα αρχίζει την ιστορία του με το κάθε μέλος του ζευγαριού να περιγράφει (με φωνή off), με ειλικρίνεια, χιούμορ και στοργή, τον χαρακτήρα του άλλου, τονίζοντας, πάνω απ’ όλα, τα προτερήματά του, διανθίζοντάς τα με χαρακτηριστικές σκηνές. Δυο περιγραφές που, αργότερα, στη συνάντηση με ένα «διακανονιστή» (πριν η γυναίκα αποφασίσει να απευθυνθεί σε δικηγόρο), η γυναίκα αρνείται να διαβάσει αντίθετα με τον άντρα που είναι έτοιμος να το κάνει. Περιγραφές, αξίζει να σημειώσω, γραμμένες σε κόλλες χαρτιού, που ο σκηνοθέτης επαναφέρει προς το τέλος της ταινίας, και σε μια από τις καλύτερες σκηνές της, με το μικρό γιο του ζευγαριού να προσπαθεί να διαβάσει.

Εκείνο που ενδιαφέρει τον σκηνοθέτη πάνω απ’ όλα είναι να δείξει πως, παρά τους δικηγόρους και την αναμενόμενη σύγκρουση, η παρουσία του παιδιού δεν έχει πάψει να ενώνει το ζευγάρι, που, κάποτε, αγαπιόταν αληθινά και που ίσως, όταν κατεβαίνουν οι τόνοι, μπορεί να οδηγήσει στην ηρεμία και στην όποια καλύτερη σχέση τους. Ο Μπόμπαχ ξέρει να δημιουργεί καταστάσεις που πείθουν, με διαλόγους αληθινούς, που μοιάζουν να βγήκαν από την πραγματική ζωή, με την κάμερά του συχνά να επιμένει στα γκρο πλάνα των ηθοποιών του για να εξερευνήσει τα αισθήματά τους, φέρνοντας συχνά στο νου τις «Σκηνές από ένα γάμο» του Μπέργκμαν.

Τίποτα στην ταινία του δεν φαίνεται ψεύτικο ή φτιαχτό. Ότι ακούμε και βλέπουμε μπορούσε, και μπορεί, να συμβεί. Και είναι χάρη στις ερμηνείες των ηθοποιών του, βασικά στους δυο πρωταγωνιστές του, τη Σκάρλετ Γιόχανσον (Νικόλ) και τον Άνταμ Ντράιβερ (Τσάρλι), που αυτά μας πείθουν και μας παρασύρουν, είτε σε σκηνές δοσμένες με χιούμορ (ιδιαίτερα στους δεύτερους χαρακτήρες, όπως οι δικηγόροι και η μητέρα της συζύγου), είτε σε σκηνές δραματικές.

Ανάμεσα στις πολύ ωραίες σκηνές του, αναφέρω χαρακτηριστικά εκείνη, την καλύτερη πρέπει να πω της ταινίας, όπου η γυναίκα και ο άντρας αρχίζουν να αλληλοκατηγορούνται, να εξφενδονίζουν βρισιές, προσβολές και καταγγελίες, έτοιμοι, φοβάσαι, να σκοτώσει ο ένας τον άλλο, για να καταλήξουν τελικά σε μια αμοιβαία, συγκινητική παραδοχή των λαθών τους, με τους δυο ηθοποιούς, σ’ ένα εκπληκτικό, στανισλαβσκικό ρεσιτάλ ερμηνείας – δυο ερμηνείες που σίγουρα θα είναι ανάμεσα στις υποψήφιες για Όσκαρ.

Χωρίς βέβαια να ξεχνάμε και τους δεύτερους ρόλους που είναι το ίδιο εκπληκτικοί: Λόρα Ντερν, Άλαν Άλντα και Ρέι Λιότα (οι τρεις δικηγόροι), Τζούλι Χάγκερτι (η μητέρα της Νικόλ) και Γουάλας Σον (μέλος της θεατρικής ομάδας).


Νίνος Φενέκ Μικελίδης

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα enetpress.gr