Ποιος κερατώνει ποιον;
Είμαστε ένα μεγάλο κρεβάτι!

Αυτή είναι η πέμπτη μεγάλου μήκους ταινία που σκηνοθετεί ο γεννημένος στις 18 Σεπτεμβρίου του 1976 στο Παρίσι, Jalil Lespert, ο οποίος είναι μάλλον γνωστότερος ως ηθοποιός. Οι προηγούμενες μεγάλου μήκους ταινίες που έχει σκηνοθετήσει είναι οι εξής: «24 mesures» (2007), «Αντίθετοι άνεμοι» (Des vents contraires, 2011), Yves Saint Laurent (2014) και «Ίρις» (Iris, 2016). Στην Ελλάδα έχουν διανεμηθεί εμπορικά, εκτός από την τωρινή, και οι δύο προηγούμενες σκηνοθετικές του δουλειές. Στην πρώτη εβδομάδα προβολής της στη Γαλλία, τον περασμένο Σεπτέμβριο, η ταινία έκοψε πάνω από 150 χιλιάδες εισιτήρια.

Το σενάριο της ταινίας Πουλιά στον Αέρα (Le Dindon) βασίζεται στο ομώνυμο θεατρικό του Georges Feydeau. Ο Georges Feydeau (1862 -1921) γεννήθηκε στο Παρίσι και αφοσιώθηκε από νεαρή ηλικία στα γράμματα. Στα 25 του χρόνια γνώρισε την επιτυχία με τον «Ράφτη κυριών». Ευρύτερα γνωστό τον έκανε το έργο «Ο κύριος πάει κυνήγι» (1892) και έως το 1912 έγραψε με ταχείς ρυθμούς τα περισσότερα από τα πιο γνωστά θεατρικά έργα του, όπως: «Ξενοδοχείο ο Παράδεισος», «Η κυρία του Μαξίμ», «Η Δούκισσα του Φολί Μπερζέρ», «Ψύλλοι στ' αφτιά», «Το νου σου στην Αμέλια». Le dindon σημαίνει «γαλοπούλα», το έργο, όμως, που γράφτηκε το 1896, μεταφέρθηκε στις ελληνικές θεατρικές σκηνές πολλάκις με επιτυχία και με τίτλο «Το έξυπνο πουλί». Η διαχρονικότητα του Feydeau είναι δεδομένη: μέσα στην τρέχουσα θεατρική σεζόν στην Αθήνα ανέβηκαν πέντε από τα έργα του! Και να που βλέπουμε και ταινία.

Η υπόθεση: Στην αιώνια ρομαντική Πόλη του Φωτός, ο κατεργάρης κύριος Ποντινιάκ ερωτεύεται μια όμορφη νεαρή γυναίκα. Αυτό που δεν είχε προβλέψει είναι το ότι η γυναίκα αυτή δεν είναι άλλη από τη Βικτουάρ, δηλαδή η σύζυγος του γνωστού του από το τένις, Βατλέν. Κι ακόμη κι αν ο Βατλέν το πάρει καλά, η ίδια η Βικτουάρ αποδεικνύεται δύσκολη περίπτωση. Κι όλα αυτά πριν μπουν στο παιχνίδι ο Ρεντιόπ, επίσης ερωτευμένος με τη Βικτουάρ, η Κλοτίλντ, σύζυγος του Ποντινιάκ και η Σούζι, μια παράνομη σχέση του Βατλέν από το παρελθόν, που μοιάζει να έχει επιστρέψει έτοιμη για όλα – κι έχει κι εκείνη έναν σύζυγο, που εμ είναι ζηλιάρης, εμ είναι μπερμπάντης... Το παιχνίδι, οι παρεξηγήσεις και οι ανατροπές μόλις ξεκίνησαν!

Le Dindon1

Η άποψή μας: Αρχικά, να σημειώσουμε πως ο σκηνοθέτης επέλεξε να μεταφέρει τον χρόνο στον οποίο εκτυλίσσονται τα γεγονότα από τον 19ο αιώνα, στο Παρίσι της δεκαετίας του '60, σε μια απόσταση ασφαλείας από τον Γαλλικό Μάη. Κι έκανε και μερικές ακόμα μικροαλλαγές. Πχ η Σούζι, από Γερμανίδα, μετατρέπεται σε Αμερικανίδα. Τέτοια. Το θέμα μου με την ταινία είναι το εξής: γιατί; Ποιο κενό έρχεται να καλύψει; Ποια ανάγκη του κοινού; Πιστεύω λοιπόν πως αυτή δεν είναι μια κακή ταινία: είναι μια καλοφτιαγμένη, αδιάφορη ταινία. Τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι καλύτερα. Θαρρώ πως η ταινία θα είχε λόγο ύπαρξης αν ο σκηνοθέτης της την τοποθετούσε χρονικά είτε στην εποχή κατά την οποία γράφτηκε είτε στο σήμερα. Το να την μεταφέρει στη δεκαετία του '60, έτσι, χωρίς πρόγραμμα, την κάνει εξαρχής εντελώς αναχρονιστική.

Είναι σαν κάποιος Έλληνας σκηνοθέτης να γύριζε ένα θεατρικό του Ξενόπουλου με τον τρόπο του Δαλιανίδη στις χρυσές (εντός ή εκτός εισαγωγικών) εποχές της Φίνος Φιλμ, τοποθετημένη στα ελληνικά sixties. Πόσο μπορεί να αφορά κάποιο κοινό κάτι τέτοιο; Αν κρίνω από τον εαυτό μου, καθόλου. Όλα μοιάζουν ντεμοντέ με την κακή έννοια. Και δεν υπάρχει καν η καμπ διάσταση για να δώσει πνοή στο όλο εγχείρημα. Να γυριζόταν αυτή η ταινία έτσι όπως είναι τώρα, την εποχή που μεσουρανούσε ο Louis de Funès, μαζί με τον Pierre Richard και τον Fernandel, μια χαρά. Και τα υποκριτικά ήθη των μεσοαστών θα κριτικάρονταν, και η καταπιεσμένη ερωτική επιθυμία ως σημάδι των καιρών θα λειτουργούσε άψογα, και η σύμβαση του γάμου θα αποδομούνταν στα εξ ων συνετέθη κατά πως πρέπει και το κυριότερο, όλο αυτό θα ήταν αστείο. Τώρα, απλά δεν πείθει. Τώρα, απλά δεν αφορά.

Le Dindon2

Και εν πάση περιπτώσει, διαγράψτε τα όλα τα προηγούμενα που έχουν γραφτεί παραπάνω. Βλέπεις την ταινία και απλά δεν γελάς. Με τι να γελάσεις; Με το καθόλου πειστικό παίξιμο του Guillaume Gallienne; Με τις μούτες του Dany Boon; Πάρτε πχ τη σκηνή όπου στο σπίτι του Βατλέν εμφανίζεται η γυναίκα του Ποντινιάκ. Και ο Ποντινιάκ, για να μην καρφωθεί, και καλά, λέει στον Βατλέν κάτι του τύπου έχεις αρθριτικά και δεν μπορείς να περπατήσεις και τέτοια – και χρειάζεται συνεχώς να το υπενθυμίζει στον Βατλέν, ο οποίος, προφανώς και δεν έχει τίποτε. Ε, δεν γελάς με την καμία. Ψέμα στο ψέμα, οι άντρες κυνηγοί, οι γυναίκες έτοιμες να... κερατώσουν μόνον αν πιάσουν επ αυτοφόρω τον σύζυγό τους να κερατώνει, κανένας συμπαθητικός χαρακτήρας, καμία ερμηνεία που να ξεχωρίζει, μια νοσταλγική τρύπα στο κενό.

Και αν υπάρχουν οπαδοί του Dany Boon στην Ελλάδα (ε, χμ) κι αυτοί θα απογοητευτούν, καθώς δεν κάνει τις γνωστές του χοντράδες. Απ' όπου και να το πιάσεις τούτο το πουλί, δεν το βλέπεις ικανό να πετάξει. Αλλά πάλι, άλλα τα μάτια του λαγού κι άλλα της κουκουβάγιας. Μπορεί οι Έλληνες θεατές να θέλουν κάτι τόσο χαλαρό. Και να γουστάρουν. Και να κάνουν την ταινία, την επιτυχία του καλοκαιριού. Όπως λέει και ο Ποντινιάκ: «Οι γοητευτικές γυναίκες πάντα παντρεύονται ηλίθιους». Ουδέν άλλο σχόλιο...

Θόδωρος Γιαχουστίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα moviesltd.gr