Μετά τον θάνατο του πατέρα του, νεαρός γιατρός εγκαταλείπει τα «εγκόσμια» και εγκαθίσταται σε απομακρυσμένο ορεινό χωριό για να κάνει το αγροτικό του. Στο παρακείμενο δάσος θα συναντήσει μια όμορφη κοπέλα που βασανίζεται από παράξενη ασθένεια η οποία μετατρέπει το δέρμα της σε… φλοιό δέντρου! Τι το «μαγικό» κρύβει τούτη η μικρή κοινωνία ανθρώπων;

Ο Μίνως Νικολακάκης σίγουρα έχει κότσια για να εμφανίζεται με ένα τέτοιο σκηνοθετικό ντεμπούτο, όμως, η θαρραλέα του διάθεση να δοκιμαστεί με το είδος του σινεμά του φανταστικού, παντρεύοντάς το με το στοιχείο της λαϊκής παράδοσης για να μας παραδώσει ένα «παραμύθι» που αψηφά σύγχρονο παρόν και εποχές, συγκρούεται άσχημα τις σεναριακές αδυναμίες και αφέλειες της «Άλυτης», με το αποτέλεσμα να εκμηδενίζει κάθε καλή πρόθεση.

entwined 2

Η εναρκτήρια σεκάνς της κηδείας του πατέρας τους, μας συστήνει δύο ενήλικα αδέλφια τα οποία δεν δείχνουν να έχουν τις καλύτερες σχέσεις μεταξύ τους. Η χρησιμότητα αυτής της «υποπλοκής» είναι εντελώς ανύπαρκτη, όσο κι αν θέλει να μας θυμίζει την ύπαρξη του αδελφού του πρωταγωνιστή (ο οποίος τυγχάνει και συν-σεναριογράφος εδώ…) το φιλμ. Ακολουθεί η «φυγή» του ήρωα, που εγκαινιάζει το πρώτο (ever!) αγροτικό ιατρείο στο ορεινό χωριό Άλυτη, αντιμετωπίζοντας την αδιαφορία και την καχυποψία των κατοίκων του. Φτάνοντας εκεί, θα έχει ένα παρολίγον ατύχημα με μία πεζή κοπέλα, η οποία θα χαθεί στο δάσος. Τις νύχτες, ο Πάνος θ’ ακούει διαρκώς τη μελωδία ενός βιολιού που παίζει μέσα από το παρακείμενο δάσος και μοιάζει με «πρόσκληση»…

Εννοείται πως η κοπέλα του «ατυχήματος» θα τον πλανέψει με το που θα την συναντήσει ξανά. Η Δανάη, η «κυρά» (όπως αυτο-αποκαλείται) του δάσους, ζει σ’ ένα χαμόσπιτο μ’ έναν ηλικιωμένο άνδρα τον οποίο παρουσιάζει ως πατέρα της, όμως ο Πάνος θ’ ανακαλύψει ότι μαζί του κάνει και σεξ, ενδεχομένως παρά τη θέλησή της. Εν τω μεταξύ, στο χωριό, μια μάνα φθαρμένη από τις κακουχίες της ζωής λέει στον Πάνο πως ο γιος της έχει χαθεί και γι’ αυτό κατηγορεί… «το δάσος».

Είναι εύκολο να καταλάβει ο θεατής που οδεύει η πλοκή της «Άλυτης», η οποία φλερτάρει με αφηγήσεις μύθων και θρύλων άλλης εποχής, όμως ο Νικολακάκης δεν έχει καταφέρει να στήσει έναν γερό… «κορμό» ιστορίας και αυτό τον παγιδεύει άσχημα και σκηνοθετικά. Έχει ικανότητες ώστε το έργο να μην βυθίζεται ολοκληρωτικά προς την κατεύθυνση του φαρσικού, όμως το φιλμ δεν διασώζεται ούτε καλλιτεχνικά, καθώς απουσιάζει μία πιο ιδιαίτερη πρόταση στο είδος (όπως είχε κάνει ο Ρόμπερτ Έγκερς με το «The Witch» το 2016, για παράδειγμα). Η «λούπα» δράσης του παγιδευμένου στο δάσος Πάνου «βαλτώνει» ολόκληρη την ταινία, μαζί με το (όποιο) ενδιαφέρον του θεατή που θα εξαντληθεί αναμένοντας ενδιαφέρουσες ανατροπές στο σενάριο. Δεν βοηθά ούτε το casting, ούτε και η καθοδήγηση των ηθοποιών (η Δανάη της Κονίδη είναι εντελώς «ξεκούρδιστη» και ποτέ δεν μεταδίδει το αίσθημα του φόβου και του τρόμου της δυναμικής της ηρωίδας της, ενώ σύσσωμο το χωριό μοιάζει με εκδρομή ενός ΚΑΠΗ που δεν διάβασε ποτέ το σενάριο…), με το φινάλε της κορύφωσης να έρχεται σχεδόν ουρανοκατέβατο.

entwined 3

Τελικώς, η «Άλυτη» αποτελεί ένα σπασμωδικό πείραμα πάνω σ’ ένα είδος που το ελληνικό σινεμά είχε να δει από την εποχή της (πιο ρομαντικής και εφηβικής προσέγγισης) «Σκιάχτρας» (1985) του Μανούσου Μανουσάκη, η οποία ήταν σαφώς αποτελεσματικότερη τούτου εδώ. Τώρα, κάτι «αναγνώσεις» συγκρίσεων με γραπτά του Έντγκαρ Άλαν Πόου, το φιλμικό σύμπαν του Γκιγέρμο ντελ Τόρο ή το αριστουργηματικό «Kaidan» (1964) του Μασάκι Κομπαγιάσι, που διάβασα στο δελτίο Τύπου της ταινίας, καλό είναι να μην γίνονται, διότι θα καταλήξουμε… δέντρα κι εμείς!

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Φιλμικό παράδοξο, πόσω μάλλον για την ελληνική παραγωγή, η «Άλυτη» αποτυγχάνει από όποια σκοπιά κι αν την παρακολουθήσεις, είτε του φανταστικού, είτε του folklore παραμυθιού, είτε του είδους του σινεμά τρόμου. Προθέσεις υπήρχαν, όμως το αποτέλεσμα βγάζει μία αίσθηση ερασιτεχνισμού, με το σενάριο (πρωτίστως) να ακυρώνει την όλη προσπάθεια για κάτι το αξιοπρεπές.

Ηλίας Φραγκούλης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα freecinema.gr