• Facebook Page: 285868921532586
  • Twitter: pekkgram
  • YouTube: pekkgram

Τα κρυφά νοήματα στο έργο του Γκρίναγουεϊ

προδημοσίευση κειμένου του μέλους μας Ιφιγένειας Καλαντζή, για την ταινία Ο Μάγειρας, ο Κλέφτης, η Γυναίκα του κι ο Εραστής της, του Πίτερ Γκρίναγουεϊ, από την έκδοση της ΠΕΚΚ "Οι 10 + 10 Καλύτερες Ταινίες του Ελληνικού + Ευρωπαϊκού Σινεμά"

Κατεξοχήν «γκονταρικός», ο Βρετανός σκηνοθέτης Πίτερ Γκρίναγουέι αξιοποιεί στο έπακρο τα εκφραστικά εργαλεία του κινηματογράφου, ανάγοντας σε πρωτότυπη κινηματογραφική εμπειρία οπτικοακουστικού στοχασμού μια κοινότυπη ιδέα με γκάνγκστερ, μοιχεία και φόνο, στην πολυεπίπεδη ταινία του Ο Μάγειρας, ο Κλέφτης, η Γυναίκα του και ο Εραστής της (1989). Μέσα από ένα σύστημα συνειρμικών αναφορών μπαρόκ τέχνης και σαιξπηρικής παράδοσης, η αντιδιαστολή ύλης-πνεύματος στην ανθρώπινη κατάσταση και ο εκ φύσεως ανατρεπτικός έρωτας αλληλοσυνδέονται με τη βία της εξουσίας, ενώ η έννοια της ματαιότητας στο μπαρόκ αντιπαραβάλλεται με την αφθονία αγαθών και την παρακμή του σύγχρονου πολιτισμού.

Κλέφτης, ο πληθωρικός Άλμπερτ (Μάικλ Γκάμπον), που απαιτεί να απολαμβάνει εκλεπτυσμένα εδέσματα μέχρι σκασμού, μαζί με τους αδίστακτους περιθωριακούς της συμμορίας του, στο πολυτελές γαλλικό εστιατόριο του μετρ της γαστριμαργίας Μάγειρα (Ρισάρ Μπορινγκέρ). Η όμορφη Γυναίκα του Τζωρτζίνα (Χέλεν Μίρεν), διαρκώς ταπεινωμένη λεκτικά και σωματικά από τον βάναυσο Άλμπερτ, ερωτεύεται και συνάπτει κρυφά δεσμό με τον Εραστή (Άλεν Χάουαρντ), έναν πράο μοναχικό θαμώνα του εστιατορίου, προσηλωμένο στα βιβλία που κουβαλάει. Στον γαστριμαργικό παράδεισο της κουζίνας του εστιατορίου, κατ’ αναλογία με τον Κήπο της Εδέμ των πρωτόπλαστων, η κορύφωση της ηδονής συνδυάζεται με τη ρυθμική εναλλαγή πλάνων, όπου ψιλοκόβονται λαχανικά. Ως φόντο των ερωτικών περιπτύξεων επιλέγονται οι αποθήκες τυριών, αλλαντικών και αρτοσκευασμάτων, μετωπικά κινηματογραφημένες, σε ξεχωριστά σκηνογραφικά κάδρα, που μαζί με την επιμελημένη παρουσίαση σπάνιων πουλερικών στους πάγκους παραπέμπουν σε φλαμανδικούς πίνακες νεκρής φύσης. Μετά το κυνηγητό του απατημένου συζύγου, οι εραστές καταφεύγουν σ’ ένα βιβλιοφυλάκιο, όπου ζουν τον παθιασμένο έρωτά τους, μέχρι το τραγικό τέλος.

Εικαστικός αρχικά και λάτρης του μπαρόκ, ο Γκρίναγουέι εντυπωσιάζει με τα χρώματα φωτισμών, σκηνικών και κοστουμιών, που σηματοδοτούν τους διαφορετικούς χώρους του εστιατορίου. Μπλε, στα εξωτερικά νυχτερινά πλάνα, πράσινο με συμπληρωματικές κόκκινες ανταύγειες στην πλουσιοπάροχα εξοπλισμένη κουζίνα, εκτυφλωτικό λευκό στις τουαλέτες και κόκκινο-μαύρο με άσπρες πινελιές στην κύρια αίθουσα, σε χρωματική συμφωνία με τον τεράστιο πίνακα που δεσπόζει «Συμπόσιο των αξιωματικών τοξοτών του Αγίου Γεωργίου» (1616), του Ολλανδού ζωγράφου Φρανς Χαλς. Οι λεπτομέρειες στις εξεζητημένες φορεσιές των ηρώων αλλάζουν χρώμα, ανάλογα με τη χρωματική σύμβαση του χώρου, καθώς τον διασχίζουν σε οριζόντια συνεχόμενα τράβελινγκ. Η ροή του χρόνου υποδηλώνεται με την προχωρημένη σήψη κρεατικών και θαλασσινών μέσα σε δύο φορτηγά, έξω από το εστιατόριο. Σκηνικά, συμμετρικά καδραρίσματα και στάσεις των σωμάτων συγκλίνουν στην αναγεννησιακή και μπαρόκ εικονογραφία. Η διάταξη της συμμορίας του Άλμπερτ στο μακρύ τραπέζι ακολουθεί εικονογραφικά τον Μυστικό Δείπνο, η οδύνη της Τζωρτζίνας πάνω απ’ τη σωρό του Εραστή παραπέμπει στην Αποκαθήλωση, ενώ η φυγάδευση των γυμνών εραστών μέσα στο φορτηγό με τα σκουλικιασμένα κρέατα προέρχεται από την εικονογραφία της αποπομπής των πρωτόπλαστων, με αναφορά στους Γερμανούς ζωγράφους του 16ου αι. Λούκας Κρανάχ και Άλμπρεχτ Ντύρερ. Στην οθόνη συχνά ξεπροβάλλουν γράμματα, σε μια ταινία με αρκετές αλληλουχίες ταμπλό βιβάν, θυμίζοντας Το Πάθος (1982) του Γκοντάρ.

Ο Γκρίναγουέι συντονίζει στην εντέλεια τους εξαίρετους σαιξπηρικούς ηθοποιούς, τον αντικομφορμιστή μόδιστρο Ζαν-Πολ Γκοτιέ στα εκκεντρικά κοστούμια και τον Σασά Βιερνύ, θρυλικό διευθυντή φωτογραφίας του Αλέν Ρενέ, με τις συνθέσεις του μινιμαλιστή Μάικλ Νάιμαν. Μετά το Miserere Paraphrase, βασισμένο σε καθολική υμνωδία, κυριαρχεί το πένθιμο εμβατήριο Memorial, εμπνευσμένο από την όπερα «Βασιλιάς Αρθούρος», του μπαρόκ συνθέτη Χένρι Πέρσελ. Φορτίζοντας με δραματική ένταση τους χώρους του εστιατορίου, το Memorial χρησιμοποιείται αποσπασματικά, δίνοντας ρυθμό στην τελική τελετουργική σκηνή, συμβολικού κανιβαλισμού.

Στην ταινία αυτή, ο Γκρίναγουέι αντιμετωπίζει την αυγή του άκρατου φιλελευθερισμού με μακάβριο χιούμορ. Ο Εραστής θανατώνεται βίαια από τη συμμορία του Ληστή, που τον μπουκώνει με σελίδες βιβλίων, στο κρησφύγετο της Γνώσης. Σε κατάσταση συντριβής, πάνω απ’ την αιμόφυρτη σωρό του, η Τζωρτζίνα μετατοπίζει ένα βιβλίο με τίτλο «Τρομοκρατία» -παραπομπή στον Ροβεσπιέρο- ενώ ανασύρει από το μπουκωμένο στόμα του μια τσαλακωμένη σελίδα, με την επιγραφή «Γαλλική Επανάσταση», που συσχετίζεται με τη ρήση του Κλέφτη «…ήταν πιο εύκολο να καταπιεί τη Γαλλική Επανάσταση, από τον Ναπολέοντα…». Αυτό το σχόλιο, το 1989, έχει πολιτική χροιά, με την πτώση του Τείχους και τη ματαίωση άλλης μιας επανάστασης και σήμερα, 27 χρόνια μετά, αποκτά και ιδιαίτερη προφητική σημασία, για όσα έμελλαν να επακολουθήσουν.