• Facebook Page: 285868921532586
  • Twitter: pekkgram
  • YouTube: pekkgram

Καρλ Ντράγιερ, κλασικισμός, λιτότητα, ακρίβεια και ουσία

Ο Δανός Καρλ Ντράγιερ (1889-1968) υπήρξε ένας μεγάλος κλασικός σκηνοθέτης που  ενδιαφέρθηκε για την κοινωνική ζωή και τους καταναγκασμούς της, για τη ζωή και την κατάσταση των γυναικών , για τη χριστιανική μεταφυσική αλλά και τις υπερβολές της στην εκκλησιαστική εφαρμογή της.

  Οι ταινίες του Γερτρούδη (1964), Μέρες οργής (1943) και Το πάθος της Ζαν ντ’Αρκ (1928) μας μιλούν για τη γυναικεία κατάσταση, τη ζωή, τα προβλήματα και τις προσπάθειες των γυναικών, ανά τους αιώνες. Το Πάθος της Ζαν ντ΄Αρκ αναφέρεται στον αγώνα μιας Γαλλίδας γυναίκας που ηγήθηκε της πάλης κατά των Άγγλων κατακτητών, που κατηγορήθηκε, από στημένο εκκλησιαστικό δικαστήριο, ως μάγισσα και κάηκε στην πυρά, όπως οι ηρωίδες του Μέρες οργής. Ο Ντράγιερ, μέσα από μια φιλμική γραφή βασισμένη στα εκφραστικά, υπέροχα γκρο πλάνα του και στο παίξιμο με εσωτερικότητα, υμνεί τη γυναικεία εξέγερση, αποφασιστικότητα και πάθος. Ένας Γάλλος κριτικός χαρακτήρισε την ταινία έργο πίστης στην τέχνη και την αλήθεια. Διότι περικλείει μεγάλη πνευματική δύναμη και αγνότητα, έντονη έκφραση συναισθημάτων και το ίδιο το δράμα της ψυχής.
 Η Γερτούδη (1964), ένα από τα αριστουργήματα του Ντράγιερ, είναι ένα φιλμ πάνω στη γυναικεία απελευθέρωση και το γυναικείο έρωτα. Στη Γερτρούδη, ο Ντράγιερ σκιαγραφεί με μεγάλη ευαισθησία και ανοιχτό μυαλό, το πορτρέτο της γυναίκας του εικοστού αιώνα που χειραφετείται, ξεπερνώντας κοινωνικά, ηθικά και ψυχολογικά εμπόδια. Η Γερτρούδη του είναι μια μορφωμένη, γοητευτική κι ευαίσθητη γυναίκα που δίνει καθημερινά τη μάχη της για την ερωτική αγάπη, υπέρ του πλήρους έρωτα, τον οποίο απαιτεί με απόλυτο τρόπο από τη ζωή. Ο Ντράγιερ πλάθει, με θαυμασμό, συμπάθεια κι ευρύτητα σκέψης, έναν ολοκληρωμένο γυναικείο χαρακτήρα (που προϋπάρχει της ταινίας, υπό τη μορφή ηρωίδας του θεατρικού έργου του Σέντερμπεργκ) που αγωνίζεται για την αξιοπρέπεια και την οντότητά της, για την υπαρξιακή της δικαίωση, για την αγάπη και τη σεξουαλική της χειραφέτηση.
 Η δρόμος της Γερτρούδης ως γυναίκας, δεν είναι εύκολος. Είναι απόλυτη στις ερωτικές διεκδικήσεις της και στις απαιτήσεις της από τη ζωή, δεν συμβιβάζεται, μπορείς μάλιστα να πεις ότι είναι σκληρή προς τους άλλους, μα και προς τον εαυτό της. Είναι κάπως άτεγκτη και δεν υπαναχωρεί από τους στόχους της, που είναι ο αληθινός έρωτας, η ερωτική πλήρωση, μια ζωή απελευθερωμένη από τις συμβατικότητες, τα σεξουαλικά και κοινωνικά ταμπού, μια ζωή γνώσης και αναζήτησης. Απογοητευμένη από τους έρωτές της, θα ασχοληθεί, αργότερα, στο Παρίσι με την ψυχιατρική και την ψυχανάλυση.
 Η Γερτρούδη έχει απολυτότητα στη συμπεριφορά και στις επιλογές της, απαιτεί από τον άντρα μοναδικότητα στην εστίαση της προσοχής του. Όταν ο άντρας δεν την αγαπά ή σταματά να τον αγαπά η ίδια, παύει να του δίνεται σεξουαλικά. Ώρες ώρες είναι υπερβολικά απαιτητική και τα θέλει όλα, είναι ανικανοποίητη, διψασμένη κι ακόρεστη. Είναι, όμως, υπεύθυνη, τολμηρή, ειλικρινής, αποφασιστική κι απελευθερωμένη ψυχικά και σεξουαλικά. Πιστεύει, όπως ο φίλος και πνευματικός σύντροφός της ψυχαναλυτής, στην ελεύθερη επιλογή του ανθρώπου. Θέληση σημαίνει επιλογή. Έχει κάνει λάθη, αλλά δεν μετανιώνει γιατί έχει αγαπήσει. Για την ηρωίδα του Ντράγιερ η ζωή είναι σαν όνειρο, σαν μια αλυσίδα από όνειρα, όπου ο καθένας μπαίνει εν μέρει στο όνειρο του άλλου, αποτελεί μέρος του ονείρου του άλλου. Η Γερτρούδη γνωρίζει όμως και την αρνητική και πικρή, την πίσω πλευρά των πραγμάτων, την απογοήτευση, τη διάψευση και την οδύνη του έρωτα. Στην πραγματικότητα, ακολούθησε στη ζωή της ένα ερωτικό όνειρο, μια ερωτική ψευδαίσθηση, τελικά όμως, ήξερε -κατά κάποιο τρόπο- ότι ήταν μια φαινάκη.
 Ο Ντράγιερ εισάγει στο έργο του, διακριτικά, τη διάσταση της αυτοκριτικής και αυτογνωσίας της ηρωίδας του, η οποία, παρ’όλα αυτά, πιστεύει στον απόλυτο έρωτα. Άλλοτε είναι εύπιστη και άλλοτε διαυγής και κριτική απέναντι στα πράματα. Μερικές φορές αμφιβάλλει για την απόλυτη ισχύ της αγάπης, κατά κανόνα όμως υποκύπτει στη δύναμη και τη σαγήνη της. Ο Ντράγιερ, εξίσου διακριτικά, εισάγει την αμφιβολία και την κριτική έναντι του χαρακτήρα της Γερτρούδης. Κατά βάθος δεν υπάρχει απόλυτη ταύτιση του σκηνοθέτη με την ηρωίδα του. Μερικές φορές έχουμε την εντύπωση ότι δείχνει συμπάθεια και προς τις απόψεις των ανδρών της, των παρατημένων εραστών της.
 Η αισθητική, καθώς και η δραματουργική κι αφηγηματική δομή της ταινίας είναι κλασικές με όλη τη σημασία της έννοιας. Δεν ξέρεις τι να πρωτοθαυμάσεις: Την απέριττη έκφραση και, παρ’όλα αυτά, τον πλούτο των συναισθημάτων. Tην αρμονία και την εικαστική ισορροπία της εικόνας, του φωτός και όλης της οπτικής φόρμας. Tην υπαινικτική και διακριτική, λειτουργική δραματουργία. Tο χειρισμό των κορυφώσεων και της ύφεσης στην αφήγηση και το δράμα. Tη λιτότητα και τη δύναμη της κινηματογραφικής έκφρασης και μορφής στη μεταχείριση του ανθρώπινου υλικού (ηθοποιοί), μα και του άψυχου υλικού (ντεκόρ) του σκηνοθέτη. Ένα παράδειγμα μόνο: Η ιδιοφυής σκηνή όπου η Γερτρούδη διηγείται, στον πρώην εραστή της ποιητή, ότι αφού, μια μέρα, φέρθηκε σεξουαλικώς ελεύθερα, είδε στον ύπνο της έναν εφιάλτη, να την περιτριγυρίζουν, γυμνή, άγρια σκυλιά: κάτι που βλέπουμε να απεικονίζεται σε μια ταπισερί πίσω τους, στο φόντο.
 Η ταινία, στο τέλος, αποτελεί έναν εκλεπτυσμένο, λυρικό ύμνο στον έρωτα, εξαίροντας τη ρήση amor omnia την οποία πρεσβεύει η ηρωίδα, ακόμη και στο κατώφλι του τέλους της. Η τελική σεκάνς θανάτου, πληγώματος, μα και εξιδανίκευσης της ζωής και του έρωτα, είναι υπέροχη, σοφή και συγκινητική…
 Στις Μέρες οργής (1943), ο Ντράγιερ καταπιάνεται με ένα θέμα που απασχόλησε τους φεμινιστικούς προβληματισμούς του εικοστού αιώνα, τη δράση των γυναικών μαγισσών ως δραστηριότητα που αποτελούσε μέρος της προσπάθειας χειραφέτησης των γυναικών της εποχής εκείνης. Ο Ντράγιερ σκηνοθετεί ξανά με κλασική λιτότητα, αυστηρότητα και εκφραστικότητα, που ταιριάζουν με το ιερατικό θέμα του. Αυτά που τον απασχολούν στην ταινία, είναι ο απαγορευμένος και προγραμμένος έρωτας, ο ρόλος της καταπιεστικής, σχεδόν μεσαιωνικής, για την εποχή, δανέζικης εκκλησίας που επιδιδόταν σε ανελέητο κυνήγι μαγισσών με όλα τα μέσα, ο ρόλος της χριστιανικής αγάπης και πίστης, και ο αγώνας των γυναικών για έρωτα, ελευθερία και ανεξαρτητοποίηση.
 Το Μέρες οργής αφηγείται με κλασική δραματική ένταση και πυκνότητα, με ζωγραφική τελειότητα, τη σχέση αγάπης και εξέγερσης, μιας γυναίκας παντρεμένης με έναν γέρο ιερωμένο, η οποία ερωτεύεται και κάνει σχέση με τον νεαρό γιο (από προηγούμενη γυναίκα) του συζύγου της. Σημαντικός και καθοριστικός παράγοντας της αφήγησης είναι ότι η νέα γυναίκα είναι κόρη μάγισσας και κατηγορείται κι αυτή για μαγεία, γιατί ευχήθηκε και προκάλεσε, με ψυχολογικά μέσα, το θάνατο του γέρου, πουριτανού και ψυχρού συζύγου της.
 Τα βασικά πρόσωπα απαρτίζουν ένα τρίγωνο μοιχείας: Υπάρχει ο γερο-σύζυγος, ο αιδεσιμώτατος Άμπτσαλον, αγαθός μα παγερός, που έκλεψε τη χαρά και τα νιάτα της Άννε, και που δεν την ρώτησε ποτέ εάν τον αγαπά. Ο Άμπτσαλον υπήρξε διχασμένος ανάμεσα στην ηθική, τον Θεό, απ’τη μια, και την ωραία γυναίκα του και τον έρωτά του γι’αυτήν, απ’την άλλη. Έχουμε επίσης το πρόσωπο της Άννε, της νεαρής συζύγου που ερωτεύεται τον γιο του και που έχει, όπως ακριβώς και η Γερτρούδη, μεγάλες απαιτήσεις αγάπης από τον αυστηρό και συγκρατημένο σύζυγό της. Υπάρχει και ο συνομίληκός της, ο γιος του Άμπτσαλον, που παρασύρεται και κάνει δεσμό και έρωτα μαζί της. Συναντάμε, όμως, ένα ακόμη βασικότατο γυναικείο πρόσωπο, την αυταρχική, γριά μητέρα του αιδεσιμώτατου, τη στρίγγλα που ουσιαστικά είναι το αφεντικό της οικογένειας. Η οικογένεια αυτή, στην πραγματικότητα, είναι μητριαρχική, παρόλο που πολεμά, από συντηρητικές και πουριτανικές θέσεις, τον αγώνα απελευθέρωσης της νέας γυναίκας. Έτσι, στην ουσία έχουμε να κάνουμε με ένα πλήρες, οικογενειακό, τετράγωνο.
 Έτσι όπως συναρθρώνεται η μυθοπλασία, αντιπαρατίθενται ο έρωτας, η ζωή κι η χαρά τους, προς τα γηρατειά, το θάνατο και τις αυτοκαταστροφικές δυνάμεις του ανθρώπου και της κοινωνίας. Ο Καρλ Ντράγιερ μας δίνει μια συγκινητική, στέρεη και δυνατή μυθοπλασία που θέτει τα θέματα: του παρεμποδισμένου από την κατεστημένη ηθική και θρησκεία, έρωτα• της θρησκευτικής, χριστιανικής αγάπης• της άδολης μα και της ωφελιμιστικής αγάπης• των εκκλησιαστικών θεσμών και των σκληρών διώξεων που επετέλεσαν• του αγώνα απελευθέρωσης των γυναικών και της πρακτικής των μαγισσών εντασσόμενης σ’αυτόν τον αγώνα• της εξέγερσης ενάντια στους θρησκευτικούς και ηθικούς θεσμούς, και της αγάπης ως ταραχοποιού δύναμης.
 Ο Ντράγιερ μας παρουσιάζει αυτό που, σύμφωνα με ορισμένους ιστορικούς (Μισλέ) και φεμινίστριες θεωρητικούς, απετέλεσε τις πρώτες προσπάθειες χειραφέτησης των γυναικών, κατά τη διάρκεια της χριστιανικής περιόδου, δηλαδή τις πρακτικές των μαγισσών γυναικών. Ο σκηνοθέτης περιγράφει εξαίσια, με πειθώ, ενάργεια και διαύγεια, αυτές τις δραστηριότητες των εξεγερμένων γυναικών μαγισσών, μέσα από τις ιστορίες της γριάς Μάρτε, της νεαρής συζύγου Άννε και της μητέρας της. Η μαγεία αποτελεί, μεταξύ άλλων, και μια πράξη ανυπακοής, αντίστασης και αυτονόμησης, επιβολής, με πλάγια μέσα, της βούλησης των γυναικών.
 Σε αυτή την παραβατική, επιθετική και βέβηλη αντίσταση των γυναικών, η εκκλησία, η δεσποτική δικαιοσύνη της και η αυταρχική, πουριτανική ηθική αντιπαρατάσσουν τις αδυσώπητες, στυγνές ανακρίσεις και τα ανελέητα βασανιστήρια των μαγισσών. Όλα αυτά θυμίζουν τα σταλινικά βασανιστήρια και τις πλύσεις εγκεφάλου, εξαιτίας των οποίων το βασανιζόμενο θύμα ενοχοποιεί και καταγγέλλει τον εαυτό του, όπως περίπου στην Ομολογία του Γαβρά. Ο εκφοβισμός και η ψυχολογική βία εναντίον των γυναικών που χρησιμοποιούν τα μέσα της μαγείας κλιμακώνεται, οι ανακρίσεις των οργάνων της εκκλησίας είναι απίστευτα τρομοκρατικές και φρικιαστικές, και μπορούν να οδηγήσουν σε ανεξέλεγκτες ομολογίες για οτιδήποτε. Οι ανακριτές ξαμολιούνται εναντίον των «μιασμένων», «αμαρτωλών» γυναικών σαν ασυνείδητα, λυσσασμένα άγρια ζώα, κρυμμένα πίσω από το προσωπείο της αρετής, της πίστης, της ψυχραιμίας και της ηθικής. Η μέθοδός τους είναι τιμωρούμε και κολάζουμε χωρίς οίκτο το σώμα που είναι κατώτερο, για να σώσουμε την ανώτερη, αιώνια κι αθάνατη ψυχή.
 Όμως, παρ’όλα αυτά, ο Ντράγιερ περιβάλλει όλη την ιστορία με μια έντονη αμφισημία, όλα τα συμβάντα μπορούν να ερμηνευθούν με δύο διαφορετικούς τρόπους: Η νέα σύζυγος είναι απόλυτα δικαιολογημένη, μια αθώα ερωτευμένη; ή είναι κακιά και πονηρή; Είναι πράγματι μάγισσα ή δίνουν αυτή την ψευδή αίσθηση οι συμπτώσεις; Ο γεροπάστορας είναι καλός σύζυγος ή ένας άκαμπτος κι άκαρδος άντρας που διεγέρθηκε από τη νεανική ομορφιά της Άννε και γι’αυτό την έκανε γυναίκα του, χωρίς να ενδιαφερθεί για τα συναισθήματα και τα χαραμισμένα νιάτα  της; Η χριστιανική θρησκεία αυθαιρετεί με απαράδεκτο, δυναστευτικό τρόπο, ή μήπως οι δραστηριότητες των μαγισσών, και πιο συγκεκριμένα της Άννε, είναι επιβλαβείς, ύπουλες, φονικές, θανατερές και βουτηγμένες στην επιβουλή, το κακό, την αμαρτία και το βλάψιμο του πλησίον τους. Άραγε η δράση των μαγισσών επιφέρει ζημιά και δεινά στη ζωή των γύρω τους ανθρώπων ή όχι; (Ο Ντράγιερ δείχνει ότι ίσως απαντά, εν μέρει, καταφατικά, στο τελευταίο ερώτημα). Μήπως, κατά κάποιο τρόπο, ισχύουν εν μέρει όλες αυτές οι αποκωδικοποιήσεις και εξηγήσεις; Ο μεγάλος δημιουργός διηγείται την ιστορία του με κλειστά χαρτιά, λόγω της πολυσημικής μεθόδου του, έτσι ώστε να μπορείς να εικάσεις πως η ιστορία έχει έτσι ή αλλιώς ή διαφορετικά.

Θόδωρος Σούμας