• Facebook Page: 285868921532586
  • Twitter: pekkgram
  • YouTube: pekkgram

Σ' έναν ανεύθυνο κόσμο είναι δύσκολο να αναλαμβάνεις τις ευθύνες σου

*Aνταπόκριση του μέλους μας, Θόδωρου Γιαχουστίδη από το 58ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, όπου εκπροσώπησε την ΠΕΚΚ ως μέλος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματογράφου FIPRESCI.

Το ιρανικό σινεμά συνεχίζει να εκπλήσσει. Θετικά. Συνεχίζει να αποτελεί μια επιβλητική μήτρα, που «γεννάει» υπέροχες ταινίες, πολυδιάστατες και ξεχωριστές, με μία κοινή συνισταμένη: είναι ταινίες που εστιάζουν πάντοτε στον άνθρωπο. Είναι ταινίες, που θέτουν πολύ ενδιαφέροντα ηθικά ζητήματα. Είναι ταινίες, που είναι σύγχρονες, μοντέρνες, εκλεπτυσμένες μα και καίριες. Χτυπάνε κατευθείαν στο ψαχνό. Χωρίς φιοριτούρες, χωρίς τρυκ για να κρύψουν πιθανές αδυναμίες τους, χωρίς φρου φρου και αρώματα. Ακόμα πιο συναρπαστικό είναι το γεγονός ότι οι ταινίες αυτές παράγονται ουσιαστικά με τη δαμόκλειο σπάθη της λογοκρισίας πάνω από το κεφάλι τους! Με ένα θεοκρατικό καθεστώς εν πολλοίς να ελέγχει τα πράγματα.

Ναι, αλλά αν έχεις κάτι να πεις, θα βρεις τρόπο να το πεις, έτσι δεν είναι; Το πρόβλημα είναι να μην έχεις να πεις τίποτε και να έχεις όλη την ευχέρεια και την... ελευθερία να το πεις αυτό το τίποτε! Το Ιράν δεν έχει να φοβάται τίποτε κινηματογραφικώς. Οι άνθρωποι εκεί ξέρουν να κάνουν σινεμά. Και μετά τον Abbas Kiarostami υπάρχουν πολλοί ικανοί δημιουργοί, που κρατάνε ψηλά τη σημαία της ποιότητας. Από τον παλιό πια, Jafar Panahi, τον έχοντα πολλά προβλήματα με το ιρανικό καθεστώς Mohammad Rasoulof (με του οποίου την τελευταία, βραβευμένη στις Κάννες ταινία «Ένας ακέραιος άνθρωπος» βρίσκω ότι η ταινία που εξετάζουμε εδώ έχει αρκετές εκλεκτικές ομοιότητες) και τον εδραιωμένο και αναγνωρισμένο πλέον παντού Asghar Farhadi μέχρι τους Bahman Ghobadi, Mohsen Makhmalbaf, Majid Majidi, Mani Haghighi και βεβαίως Marjane Satrapi, μιλάμε για ταλαντούχους δημιουργούς, που προσφέρουν μια ευρεία γκάμα επιλογών και θεμάτων. Τι τους ενώνει, πέρα από το αδιαμφισβήτητο ταλέντο τους; Η ανθρωποκεντρική ματιά τους. Σ' αυτήν την παράδοση έρχεται να δώσει τα εξαιρετικά διαπιστευτήριά του και ο Vahid Jalilvand. Αυτή είναι η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία που σκηνοθετεί ο 41χρονος γεννημένος στην Τεχεράνη Jalilvand. Στο περασμένο φεστιβάλ Βενετίας όπου προβλήθηκε η ταινία στο παράλληλο του διαγωνιστικού τμήμα «Orizzonti», τιμήθηκε με δύο βραβεία: καλύτερης σκηνοθεσίας και ανδρικής ερμηνείας. Στη Θεσσαλονίκη κέρδισε τον Αργυρό Αλέξανδρο – Ειδικό Βραβείο Κριτικής Επιτροπής αλλά και το βραβείο της FIPRESCI από το διαγωνιστικό τμήμα. Και η πρώτη ταινία του σκηνοθέτη έχει πάρει βραβείο FIPRESCI! Το «Wednesday, May 9» (Chaharshanbeh, 19 Ordibehesht) έλαβε μέρος στο τμήμα «Orrizonti» στο 72ο φεστιβάλ κινηματογράφου της Βενετίας και τιμήθηκε με το βραβείο της FIPRESCI ως η καλύτερη ταινία από το συγκεκριμένο τμήμα αλλά και από το τμήμα «Εβδομάδα της Κριτικής». Οι κριτικοί λοιπόν αγαπούν τον Jalilvand. Επομένως, κάτι θα κάνει καλά...

Τι συμβαίνει λοιπόν στη δεύτερη ταινία του; Ο Kaveh Nariman είναι ένας εξαιρετικός ιατροδικαστής, που βιοπορίζεται στην Τεχεράνη. Ένα βράδυ, καθώς οδηγάει επιστρέφοντας στο σπίτι του μετά τη δουλειά, παρενοχλείται από άλλο, βιαστικό οδηγό, αναγκάζεται να στρίψει απότομα προς τα πλάγια το αυτοκίνητό του και παρασύρει μηχανάκι όπου επιβαίνουν ένας φτωχός βιοπαλαιστής, η γυναίκα του, και τα δύο ανήλικα παιδιά τους. Ο ιατροδικαστής δεν θέλει να καλέσουν την αστυνομία: δεν έχει φροντίσει να ανανεώσει την ασφάλεια του αυτοκινήτου του. Ουσιαστικά λοιπόν είναι παράνομος. Δίνει πάντως ένα αρκετά μεγάλο χρηματικό ποσό ως αποζημίωση στον πατέρα και επιμένει να πάνε σε νοσοκομείο, καθώς ο 8χρονος γιος του, πέρα από κάποιους μώλωπες, εμφανίζει σημάδια διάσεισης. Ο πατέρας, ο Moosa, παίρνει τα χρήματα, αλλά δεν πάει τους τραυματίες, ιδίως τον γιο του, στο νοσοκομείο, όπως είχε υποσχεθεί στον ιατροδικαστή. Δύο μέρες μετά, το παιδί εμφανίζεται στο νεκροτομείο! Ο ιατροδικαστής θεωρεί ότι μπορεί να ευθύνεται για το θάνατο του παιδιού. Η συνάδελφός του, Sayeh Behbahani, με την οποία ο ιατροδικαστής έχει μια ιδιάζουσα, νεφελώδη σχέση, κάνει την νεκροψία και στο πόρισμά της ως αιτία θανάτου κατονομάζει δηλητηρίαση και συγκεκριμένα, αλλαντίαση. Όντως, την προηγούμενη μέρα ο Moosa, όπως μαθαίνουμε, είχε αγοράσει από ένα πτηνοτροφείο, πολύ φτηνά κοτόπουλα. Κοτόπουλα που δεν είχαν σφαχτεί ουσιαστικά: είχαν πουληθεί ψόφια! Με αυτόν τον τρόπο ένας υπάλληλος του πτηνοτροφείου έβγαζε το χαρτζιλίκι του. Ποιος φταίει τελικά για το θάνατο του παιδιού; Και ποιος θα αναλάβει την ευθύνη;

Ενοχές που τρέχουν παράλληλα. Θύτες που δεν έχουν καν την ευθιξία να νίψουν τας χείρας τους. Δειλοί άνθρωποι, δειλές συμπεριφορές. Και θύμα, όπως πάντα, ένας αθώος. Ένα παιδί. Το μέλλον μιας χώρας. Το μέλλον του κόσμου. Ο σκηνοθέτης είναι μεθοδικός και αποτελεσματικός. Δεν αφήνει τον θεατή απλώς να παρατηρεί: τον μπάζει μέσα στο κουβάρι με τον μίτο της Αριάδνης και τον καλεί να το ξεδιαλύνει. Να πάρει θέση. Όχι να δείξει με δάχτυλο. Όχι. Αυτό θα ήταν πολύ απλό. Όχι. Είναι δύσκολο μέσα από το σκοτάδι της ηθικής να βρεις τον τρόπο και να βγεις στο φως του ήθους. Κι εδώ δεν τίθεται θέμα αλήθειας. Η αλήθεια έχει να κάνει με την οπτική γωνία από την οποία παρατηρείς ένα γεγονός. Και πάλι όχι. Όχι. Ο δημιουργός πάνω σε μια έννοια ξεχασμένη από καιρό πατάει. Πάνω σε μια έννοια που έχει ευτελισθεί, που έχει μαραζώσει, που δεν της δίνουμε καμία σημασία: μιλάω για την τιμή.

Όλα ξεκινούν από τον υπάλληλο στο πτηνοτροφείο. Που δεν έχει καμία τιμή. Αλλά εννοείται πως θέλει να βγάλει λίγα φράγκα παραπάνω. Να... καλυτερέψει τη ζωή του. Ποιος ξέρει το δράμα που τραβάει κι αυτός. Ναι, αλλά για να βγάλει τα παραπάνω χρήματα δεν νοιάζεται για τις συνέπειες των πράξεών του. Δεν νοιάζεται για το αν πουλάει ουσιαστικά σάπια κρέατα. Δεν νοιάζεται αν θα βγάλει χρήματα πουλώντας, εν δυνάμει, θάνατο. Κι όταν έρχεται αντιμέτωπος με τον πατέρα του μικρού δεν έχει τα κότσια να αναλάβει τις ευθύνες του. Δεν έχει τιμή. Λέει ψέματα, προσπαθεί να διώξει τις ευθύνες από πάνω του, απειλεί. Καμία Ερινύα δεν τον τυραννά. Αντιθέτως, πολλές Ερινύες πετάνε πάνω από το κεφάλι του ιατροδικαστή. Μορφωμένος, αστός, σημαντικό γρανάζι στην κρατική μηχανή. Υπεκφεύγει μια φορά: μετά το ατύχημα δεν θέλει να εμφανιστεί η αστυνομία. Θέλει να παραμείνει άσπιλος. Θέλει να μην λερωθεί το ποινικό του μητρώο. Θέλει να μην έχει τρεχάματα. «Εξαγοράζει» τη διέξοδό του: προσφέρει χρήματα και... ησυχάζει. Επιμένει όμως: το παιδί πρέπει να πάει στο νοσοκομείο. Πρέπει να εξεταστεί. Να καταστεί βέβαιο ότι δεν διατρέχει κανέναν κίνδυνο. Κι ερχόμαστε στον τραγικό πατέρα. Που αγοράζει το κακής ποιότητας κρέας για να ταΐσει λίγο καλύτερα (όπως νομίζει) την οικογένειά του. Πρώτο λάθος. Που δεν πηγαίνει το παιδί του στο νοσοκομείο, με τον φόβο ίσως ότι θα χρειαστεί να δώσει χρήματα ή να τον ρωτήσουν εκεί πράγματα στα οποία δεν θέλει να απαντήσει. Δεν θέλει να έχει τρεχάματα με τις αρχές. Δεύτερο λάθος. Η γυναίκα του, τον κατηγορεί ευθέως. Και ο Moosa ξεσπάει. Αναζητώντας ευθύνες. Από άλλους. Με το δίκιο του. Αλλά το πιο δύσκολο είναι να ζητήσει ευθύνες από τον εαυτό του.

Ο σκηνοθέτης έχει ένα σπουδαίο σενάριο στα χέρια του και κατορθώνει να το αναδείξει σε υπερθετικό βαθμό. Είναι σταθερός, σίγουρος, γεμάτος αυτοπεποίθηση. Ελέγχει τα εκφραστικά του μέσα, δεν φλυαρεί, δεν ξεφεύγει. Είναι λιτός και ταυτόχρονα πλήρης. Και ξέρει να παίρνει το ποθητό αποτέλεσμα, χωρίς να χάνει το στόχο του: είναι εντέλει η ίδια η κοινωνία που ευθύνεται για το θάνατο του παιδιού. Μια κοινωνία που δεν μπορεί να αμβλύνει τις ταξικές ανισότητες. Και εννοείται, δεν αναλαμβάνει και καμία ευθύνη. Το καστ κάνει σπουδαία δουλειά με εκείνον που ξεχωρίζει να είναι ο Navid Mohammadzadeh στο ρόλο του Moosa. Η σκηνή της επίσκεψής του στο πτηνοτροφείο είναι απλά συγκλονιστική και ο ηθοποιός δίνει κανονικά ρέστα υποκριτικής! Η παλέτα της φωτογραφίας είναι αποχρωματισμένη, στα όρια του ασπρόμαυρου. Επίτηδες. Και ο κίνδυνος του διδακτισμού ξεπερνιέται χωρίς απώλειες. Και το φινάλε είναι έτσι όπως πρέπει. Ανοιχτό. Χωρίς εύκολες απαντήσεις. Με μπόλικες βασανιστικές ερωτήσεις να ταλανίζουν τον θεατή. Έτσι όπως κάθε σπουδαία ταινία οφείλει να κάνει...