• Facebook Page: 285868921532586
  • Twitter: pekkgram
  • YouTube: pekkgram

It's (not) just a doc: Τι τρέχει με το σινεμά των ημερών μας;

*Aνταπόκριση του μέλους μας, Χρήστου Σκυλλάκου από το 19ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, όπου εκπροσώπησε την ΠΕΚΚ ως μέλος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματογράφου FIPRESCI.

H παγκόσμια κατάσταση βρίσκεται σε παρατεταμένη οικονομική κρίση που δημιουργεί κρίση άμεσης διαβίωσης των ανθρώπων σε όλα τα μέρη του πλανήτη, οι επεμβάσεις συνεχίζουν να δολοφονούν αμάχους στην Συρία για να ανταπεξέλθουν τα κέρδη των επιχειρηματικών μονοπωλιακών ογκόλιθων, εδώ στην Ευρώπη προβάρονται φασιστικές και αποσχιστικές πολιτικές όπως στην Ουκρανία – και ίσως και στην Λευκορωσία -, ο ρατσισμός ως μέσο πίεσης πτώσης της αξίας της εργατικής δύναμης αναβιώνει στην Αμερική

και παρά τις μικρές χρονικές παρενθέσεις το Ferguson δεν είναι διόλου μακριά από τις μέρες μας -, τα προβοκατόρικα και ελεγχόμενα τρομοκρατικά χτυπήματα βρίσκονται σε απόσταση αναπνοής κάθε τρεις και λίγο, η Αφρική παραμένει στον πλήρη έλεγχο επιπέδου Απαρτχάιντ του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού σε μια μετα-απαρτχαίντ εποχή και στην χώρα μας ζούμε το δικό μας «πόλεμο» με αποτέλεσμα μια μόνιμη πτώση της διάθεσης των ανθρώπων να παλέψουν για το αυτονόητο. Ζωή που να μπορεί να αποκαλείται ως τέτοια. Και όλα αυτά επηρεάζουν το σύνολο, επηρεάζουν και το άτομο σε κάθε τομέα της ζωής του. Με δυο λέξεις: Άσχημα τα πράγματα.

Είναι εύλογο να αναρωτιόμαστε, λοιπόν, που βρίσκεται το παγκόσμιο σινεμά και που το ελληνικό μέσα σε όλα αυτά, δίχως φυσικά να απαιτούμε από ένα έργο τέχνης την εξόφθαλμη προσέγγιση της επικαιρότητας, σίγουρα όμως πιστεύουμε πως οφείλει τον υπαινιγμό της, να βράζει αυτή μέσα στο έργο. Και εμπροσθοφυλακή σε αυτή την υπόθεση, ποιο σινεμά θα είναι αν όχι το είδος του ντοκιμαντέρ; Η συνειδητή δηλαδή απεικόνιση του βάθους της πραγματικότητας, «οι ταινίες που επεξεργάζονται την πραγματικότητα με δημιουργικό τρόπο, που φιλτράρονται μέσα από το βλέμμα του δημιουργού» όπως θα πει ο Δημήτρης Κερκινός, στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, εκεί δηλαδή που ήρθα σε μια πρώτη επαφή με την φετινή αντίληψη και τάση των νέων κινηματογραφιστών; Μπορεί οι αναφορές που έθεσα να έχουν ένα υποκειμενικό πρίσμα, αλλά δεν είναι αβάσιμο να ζητώ παρόμοιες και από τους ντοκιμαντερίστες. Στον ίδιο κόσμο ζούμε, τα ίδια μάτια και αυτιά έχουμε. «Να μάθουμε να ακούμε, να μάθουμε να βλέπουμε» όπως θα έλεγε και ο John Berger, ο καλλιτέχνης και κριτικός τέχνης, – που πέθανε πριν ένα διάστημα και ένα μικρό αφιέρωμα του έγινε στο Φεστιβάλ -, για να μάθουμε να μιλάμε και να εκφραζόμαστε.

Μια διευκρίνιση περί της έννοιας του ντοκιμαντέρ

Το ντοκιμαντέρ δεν αποτελεί δημοσιογραφία. Ούτε είναι επιστημονικοφανή εκπομπή του National Geographic ή του History Channel. Το ντοκιμαντέρ έχει μακρόχρονη ιστορία – όπως και αναγκαίο και αναγκαστικό μέλλον – που το αποδεικνύει αυτό, έχει ιστορία πολύ πριν την τηλεόραση, το ντοκιμαντέρ είναι τέχνη και η τέχνη δεν έχει ημερομηνία λήξης. Η πραγματικότητα δεν έχει ημερομηνία λήξης. Το ντοκιμαντέρ είναι η πραγματικότητα μέσα από το φίλτρο της τέχνης. Είναι κινηματογράφος με τα υλικά του να έρχονται απευθείας από αυτή και επιστρέφουν, σμιλευμένα πίσω σε αυτή. Κι ας κατάφερε η τηλεόραση να το αλλοτριώσει, να το μεταβάλλει και να το καταστήσει κενό γράμμα, μια εύκολη προσέγγιση του άμεσου, του φαινομενικού, ένα αμοντάριστο, ασχεδίαστο βιντεάκι. «Η σύγχρονη τεχνολογία εμποδίζει την σκέψη. Γιατί οι δημιουργοί έχουν πέσει στην παγίδα της ευκολίας», θα μου πει ο Γιώργος Αρβανίτης ο πρόεδρος του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Δηλαδή, μια αισθητική και νοηματική οξείδωση. Το ουσιώδες μετατράπηκε σε κάτι το ανούσιο, προς άγρα φιλοδοξιών αλλά πολλές φορές και… εκμετάλλευσης. Εκμετάλλευσης της δυναμικής του μέσου όσο και του περιεχομένου της αλήθειας που κινηματογραφείται. «Ειδικά στο χώρο του ντοκιμαντέρ, μπαίνει το ζήτημα του ήθους. Ο σκηνοθέτης πρέπει πάνω από όλα να έχει ήθος. Αυτό θα φανεί στην ταινία δικαιολογώντας ενδεχομένως αυτό που έκανε. Η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν άνθρωποι που εκμεταλλεύονται τις περιστάσεις και κάνουν μια ταινία επειδή ένα θέμα πουλάει» θα μου ξαναπεί ο Δημητρής Κερκινός, όταν φτάσαμε σε αυτό το σημείο την κουβέντα μας, «αλλά υπάρχουν και άλλοι που πραγματικά θέλουν να διερευνήσουν μια κατάσταση και θέλουν πραγματικά να βοηθήσουν πιστεύοντας πως αναδεικνύοντας ένα ζήτημα, όντως βοηθούν», θα συνεχίσει και ψάχνω να βρω αυτό το κάτι στις ταινίες που είδα, στις τάσεις που αναδείχθηκαν.

Το πολιτικό ντοκιμαντέρ

Πολλοί γνωρίζουμε τον Vertov, τον Flaherty, τον Marker ή τον πιο σύγχρονο Guzman. Κάποιοι καθόλου, και εν μέρει είναι λογικό, διότι οι ταινίες μυθοπλασίας είχαν πάντα την ποιοτική πρωτοκαθεδρία στο σινεμά. Παρόλα αυτά – κι ας είναι υποχρέωση για όσους αγαπούν το σινεμά, να ρίξουν βάρος σε αυτούς τους καθοριστικούς στην εποχή τους δημιουργούς – αυτοί και τα έργα τους ήταν ένα οπλοστάσιο αισθητικής προσφοράς με στόχο να απεικονίσουν και να «καθαρίσουν» την πραγματικότητα από την σαβούρα που δεν μας αφήνει να δούμε τι κρύβεται από κάτω. Στην ίδια συνέχεια, στην ίδια φιλοσοφία, στην ίδια αντίληψη και χωρίς να αποτελούν κακέκτυπα, πάντως στο ίδιο οπλοστάσιο βρέθηκε και το φετινό «Safari» του Ulrich Seidl ή το «I am not your negro» του Raoul Peck ή το «A hole in the Head» του Robert Kirchhoff ή το «Austerlitz» του Sergey Loznitsa. Το ίδιο και το «Machines» του Rahul Jain που βραβεύτηκε – εκτός των άλλων – στο φεστιβάλ ως η καλύτερη ταινία από την κριτική επιτροπή της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματογράφου – FIPRESCI. Ντοκιμαντέρ που αναδεικνύουν και διώχνουν – το καθένα με τον τρόπο του – την φαινομενική σαβούρα. Δεν οδηγούν στα τυφλά. Οδηγούν κατευθείαν στην ιδέα και στην νόηση μας.

Στην ίδια λογική της προσέγγισης της παρούσας πραγματικότητας ή της χθεσινής αλήθειας είχαν και το υβριδικό «Tower» του Keith Maitland, όπου το animation έδινε σκυτάλη στο ντοκιμαντέρ και το «American Anarchist» του Charlie Siskel, με την διαφορά όμως πως το φιλτράρισμα του δημιουργού είχε ακριβώς το αντίθετο στόχο. Την αντιδραστικοποίηση της συνείδησης μας. Από την μία το «Tower», ύπουλα υπερασπίζονταν την οπλοφορία, οπλοχρησία και την ανάγκη αστυνομικής καταστολής στα Πανεπιστήμια των ΗΠΑ, την στιγμή που οι εξ’ επαφής δολοφονίες στο Ferguson είναι ακόμη νωπές και από την άλλη το «American Anarchist» αποδομεί, και πάλι ύπουλα, μέσω της εξουσιαστικής δύναμης της κάμερας και του σκηνοθέτη μπρος στο υποκείμενο, την όποια αντίδραση στο σύστημα, ασχέτως ιδεολογικών σταθερών του καθενός. Το σύστημα, και στις δυο περιπτώσεις, μοιάζει πως πρέπει να παραμείνει ακμαίο ακόμη και αν για όλους μας μοιάζει πως αποτελεί το εχθρικό στρατόπεδο της ανθρωπότητας. Παρόλα αυτά, το σίγουρο και σαφές είναι πως μια μεγάλη τάση στο παγκόσμιο, πλην δυστυχώς Ελλάδας, είδος του ντοκιμαντέρ έχει στο στόχαστρο του την πολιτική πραγματικότητα με όρους πολιτικούς και κυρίως ριζοσπαστικούς. Πλην Ελλάδας, λέω κι αυτό ευθύς απογοητεύει.

Η περίπτωση της χώρας μας

Ενώ ο λαός μας βρίσκεται εδώ που βρίσκεται, οι κινηματογραφιστές βρίσκονται, κατά μεγάλη αναλογία, αλλού. Και ίσως να είναι δόκιμο κάτι τέτοιο εφόσον μιλάμε για τους σκηνοθέτες μυθοπλασίας που δικαιούνται σαφώς να μιλήσουν μη επίκαιρα και να πειραματιστούν με τις αφηγήσεις και τις ιστορίες τους αλλά στο ντοκιμαντέρ η πραγματικότητα, δεν νοείται να διαφεύγει και ως εκ τούτου να μας μένει μια πικρία, υπό την έννοια πως η σκοπιμότητα της απόκρυψης ή της αποφυγής ή της αδιαφορίας προς αυτή είναι, πολλές φορές, εξόφθαλμη. Η ελληνική πραγματικότητα έχει τεράστιο υλικό άξιο προς εξιστόρηση και εμβάθυνση. Όμως δυστυχώς δεν πιάνεται.

Πιο συγκεκριμένα και ενώ ένα μεγάλο μέρος των νέων κινηματογραφιστών προσπαθεί να προσεγγίσει το προσφυγικό ζήτημα, το προσεγγίζει με μια οπτική αμυντική, ή μελοδραματική και ελεήμων, μια οπτική τρίτου παρατηρητή, μια οπτική αποστασιοποιημένη από το δράμα αλλά και τις αιτίες του. Υπάρχει ένας φόβος ή και μια θολή αντίληψη στο «τι» και στο «πως», δηλαδή στα βασικά ερωτήματα που τίθοταν από πάντα για τον ρόλο του σινεμά. Ιδεολογική σύγχυση και αισθητική ανημποριά; Ίσως. Προσπάθειες υπάρχουν αλλά επανέρχεται πολλές φορές και η «ευκολία» που λέγαμε. Από την άλλη και παρά τις καλές προθέσεις πολλών, υπάρχουν και η μη καλές προθέσεις. Ταινίες που μιλούν φαινομενικά εξ ονόματος του σινεμά και της τέχνης αλλά από πίσω αποκρύπτουν μια αφήγηση τύπου ΜΚΟ οργάνωσης, οργανώσεων δηλαδή που είναι ευρέως γνωστές πως έχουν μερίδιο ευθύνης στην εκμεταλλευτική διαχείριση των παρόντων προβλημάτων. Έτσι – εκτός της αισθητικής ασχήμιας – τίθεται και ζήτημα ήθους, σοβαρότητας και ιδεολογικής πρόθεσης. Για τους κινηματογραφιστές που παρά τις καλές προθέσεις τους, ελλείπτονται ολοκληρωμένων ιδεών αλλά κυρίως οικονομικών πόρων, δεν θα μιλήσουμε. Σίγουρα όμως βλέπουμε ταινίες που βρίσκονται μακριά από το να θυμίζουν κινηματογράφο. Και όχι γιατί έχουμε καμιά καούρα με τις λέξεις και τις ιδιότητες, αλλά γιατί γνωρίζουμε πως το «σινεμά είναι η αλήθεια 24 φορές το δευτερόλεπτο» κατά Godard και όχι μια απεικόνιση ενός γραμμικού επιφανειακού νατουραλισμού.

Το φεστιβάλ ντοκιμαντέρ και το πρόβλημα της χρηματοδότησης του ελληνικού σινεμά

Ένα φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ θέλει πολλά στοιχεία για να είναι ολοκληρωμένο. Θέλει ιστορίες και πρέπει να βρει ποιες ιστορίες. Ιστορίες που αποτελούν πανανθρώπινα ερωτηματικά, αυτές που είναι επίκαιρα οδυνηρές, αυτές που ζητάνε απαντήσεις και τώρα και αύριο και πάντα. Γενικά στην 19η διοργάνωση δεν έλειπε κάτι τέτοιο. Όπως θέσαμε και πριν, το πρόγραμμα του, είχε μια πολυσυλλεκτικότητα, με κυρίαρχο βάρος στην πολιτική απεικόνιση των σύγχρονων ζητημάτων μέσω μιας αισθητικής – και άρα επιβαλλόμενης δυναμικά – ματιάς.

Ταυτόχρονα ένα Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ είναι διοργάνωση και θεσμός. Είναι πρόκληση διότι έχει ευθύνες μπρος στην τέχνη, μπρος στη κινηματογραφική συνέχεια. Και έτσι τα τμήματα, οι ταινίες, τα πάντα πρέπει να χτυπούν ένα ποιοτικό στόχο. Πρέπει να βρεθεί, να συγκεκριμενοποιηθεί ίσως αυτός, χωρίς να λέω ότι υπήρχε κάποια αστοχία. Απλά να τεθεί αυτό που υποδόρια «καίει» πίσω από όλα. Μια κοινή συνιστώσα. Ο τρόπος προγραμματισμού πρέπει να βοηθάει σε αυτό. Το φετινό διαγωνιστικό τμήμα, ως μια πρώτη προσπάθεια, ήταν στην σωστή κατεύθυνση. Στο μέλλον αυτή η κατεύθυνση πρέπει να τονισθεί και ταυτόχρονα να οριστεί όσο πιο ολοκληρωμένα γίνεται, – μιλώντας αισθητικά, νοηματικά, από άποψη βαρύτητας της κάθε ταινίας – ο στόχος του διαγωνιστικού. Και θα εξηγήσω.

Ένα διαγωνιστικό τμήμα οφείλει να είναι δίκαιο προς όλους. Και τι σημαίνει δίκαιο. Δυστυχώς, το σινεμά σημαίνει χρήμα. Ο κινηματογράφος είναι μια τέχνη που είναι αδύνατον σχεδόν να υπάρξει χωρίς budget. Πολλές φορές η ποιότητα, η δυναμική μιας ταινίας βασίζεται εξ’ ολοκλήρου στην παραγωγή. Η καλύτερη ιδέα μένει απραγματοποίητη αν δεν υπάρχει κάμερα, αν δεν υπάρχει ήχος. Ως εκ τούτου, οι καλλιτέχνες που διαγωνίζονται πρέπει να έχουν ως κοινή αφετηρία την ισότιμη δυνατότητα πρόσβασης στην χρηματοδότηση. Οι αμερικάνικης παραγωγής ταινίες, – ακόμη και ανεξάρτητες – παραμένουν αμερικάνικες και τα budget παραμένουν κατά αναλογία υψηλά. Το ίδιο αν και σε μικρότερο βαθμό οι ευρωπαϊκές. Από την άλλη, οι ελληνικές, με μια κρατική υποχρηματοδότηση – που βασικά δεν υφίσταται καν -, και που μετατρέπει τους δημιουργούς σε φτωχότατους προλετάριους της τέχνης αναγκασμένους να βάζουν από την τσέπη τους χρήματα για να εκφράσουν την ιδέα τους, και ενώ επίσης οι μικρές εταιρίες παραγωγής δεν μπορούν να σηκώσουν για λόγους οικονομικής τους ύπαρξης, τέτοια ποσά, αναγκάζουν το ελληνικό σινεμά να βρίσκεται σε αφηγηματικό και αισθητικό μαρασμό. Να μοιάζει, παρά τις ιδέες και τις προθέσεις, «ερασιτεχνικό» – με την αρνητική σημασία της λέξης –. Μια ταινία γυρισμένη με μια ψηφιακή φωτογραφική μηχανή και δίχως διευθυντή φωτογραφίας ή ηχολήπτη δεν μπορεί να διαγωνιστεί ποιοτικά με ένα crew εκατοντάδων ανθρώπων και δεκάδων μοντέρ όπου γνωρίζουν – ως σπουδαγμένοι επαγγελματίες – τα πάντα γύρω από την κινηματογραφική αφήγηση και τον τρόπο υλοποίησης της.

Ως εκ τούτου, δυο διαγωνιστικά τμήματα ίσως βοηθούσαν σε αυτό το κομμάτι. Με γνώμονα και κριτήριο το επίπεδο παραγωγής, θα έπρεπε να υπάρχει ένα τμήμα που θα διαγωνίζονται μονάχα οι ταινίες που έχουν την ισότιμη δυνατότητα να το κάνουν, και ένα δεύτερο τμήμα με ταινίες που το budget δεν τους το επιτρέπει – ασχέτως αν η δυναμική και η ευφυΐα του δημιουργού την μετατρέπει, υπερβαίνοντας εμπόδια, σε μια σπουδαία καλλιτεχνική κατάθεση.

Αυτό δεν αναιρεί το γεγονός, πως ένα Φεστιβάλ δεν είναι μονάχα διαγωνιστικές βραβεύσεις. Τα παράλληλα τμήματα πρέπει να συνεχίζουν να υφίστανται ως έχουν, δίνοντας ακόμη περισσότερο βάρος, στο ελληνικό τμήμα, που θα πρέπει να βοηθηθεί, ώστε οι δημιουργοί να ξεφύγουν από τον σκόπελο της χρηματοδότησης για να μπορέσουν να αφοσιωθούν στην δημιουργία αυτή, καθ’ αυτή. Το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, ανέδειξε λοιπόν, το αυτονόητο. Το ελληνικό κράτος είναι ανύπαρκτο στην προώθηση της τέχνης. Βρίσκεται μακριά από τους καλλιτέχνες. Και αυτό είναι πολιτική θέση, και πολιτικά πρέπει να αντιμετωπισθεί.