thing1

ΣΥΝΟΨΗ

Ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ ήταν λαϊκός ζωγράφος από τη Μυτιλήνη. Γύριζε στην Ελλάδα και ζωγράφιζε, με το δικό του τρόπο, αναπαραστάσεις μιας Ελλάδας που ήδη είχε πεθάνει. Στην εποχή του είχε χαρακτηριστεί ως γραφικός και περιθωριακός. Το ταλέντο του αναγνωρίστηκε όταν ήταν ακόμη σε ζωή, όμως οι μελέτες της ζωγραφικής του ήταν επιφανειακές. Η ταινία μυθοπλασίας του Λάκη Παπαστάθη κινείται μεταξύ της πραγματικότητας του ζωγράφου, της ιστορικής κατάστασης της Ελλάδας της εποχής του και των φαντασιώσεων ή ονειρώξεων που αυτός ο ζωγράφος είχε και ήταν η κινητήριος δύναμη του έργου του.

Η ΑΠΟΨΗ ΜΑΣ

Ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ (πραγματικό όνομα: Θεόφιλος Κεφαλάς ή Κεφάλας) (Βαρειά Λέσβου, 1870 – Βαρειά Λέσβου, 24 Μαρτίου 1934), γνωστός απλά και ως Θεόφιλος, ήταν Έλληνας λαϊκός ζωγράφος της νεοελληνικής τέχνης και αγιογράφος. Κυρίαρχο στοιχείο του έργου του είναι η ελληνικότητά του και η εικονογράφηση της ελληνικής λαϊκής παράδοσης και ιστορίας.

Η ακριβής χρονολογία γέννησης του Θεόφιλου δεν είναι γνωστή. Ωστόσο θεωρείται πως γεννήθηκε κατά το διάστημα 1867-1870 στη Βαρειά Λέσβου. Ο πατέρας του, Γαβριήλ Κεφαλάς (ή Κεφάλας), ήταν τσαγκάρης ενώ η μητέρα του, Πηνελόπη Χατζημιχαήλ, ήταν κόρη αγιογράφου. Σε νεαρή ηλικία επέδειξε μέτριες σχολικές επιδόσεις, αλλά και ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ζωγραφική, πάνω στην οποία απέκτησε βασικές γνώσεις δίπλα στον παππού του.

Η ζωή του ήταν πολύ δύσκολη εξαιτίας του κόσμου που το χλεύαζε, επειδή κυκλοφορούσε φορώντας την παραδοσιακή φουστανέλα. Σε ηλικία περίπου δεκαοκτώ ετών εγκατέλειψε το οικογενειακό του περιβάλλον και εργάστηκε ως θυροφύλακας («Καβάσης»), στο Ελληνικό Προξενείο της Σμύρνης. Εκεί έμεινε για μερικά χρόνια, πριν εγκατασταθεί στην πόλη του Βόλου, περίπου το 1897, αναζητώντας ευκαιριακές δουλειές και ζωγραφίζοντας σε σπίτια και μαγαζιά της περιοχής, ενώ σήμερα σώζονται τοιχογραφίες που πραγματοποίησε εκεί.

thing1

Τα περισσότερα χρόνια της ζωής του τα πέρασε στο Πήλιο. Προστάτης του εκείνη την περίοδο, στάθηκε ο κτηματίας Γιάννης Κοντός, για λογαριασμό του οποίου, ο Θεόφιλος πραγματοποίησε αρκετά έργα. Η οικία Κοντού αποτελεί σήμερα το Μουσείο Θεόφιλου. Εκτός από την ζωγραφική του δραστηριότητα, ο Θεόφιλος συμμετείχε στην διοργάνωση λαϊκών θεατρικών παραστάσεων στις εθνικές γιορτές και την περίοδο της Αποκριάς, όπου κρατούσε τον πρωταγωνιστικό ρόλο, άλλοτε ντυμένος σαν Μεγαλέξανδρος, με τους μαθητές σε παράταξη μακεδονικής φάλαγγας, και άλλοτε σαν ήρωας της Ελληνικής Επανάστασης, με εξοπλισμό και κουστού­μια που έφτιαχνε ο ίδιος.

Το 1927 επέστρεψε στη Μυτιλήνη. Εικάζεται πως αφορ­μή για την αναχώρηση του από τον Βόλο, ήταν ένα επεισόδιο σε ένα καφενείο, όταν κάποιος για να διασκεδάσει τους παρευρισκόμενους έριξε τον Θεόφιλο από μία σκάλα όπου ήταν ανεβασμένος και ζωγράφιζε. Στη Μυτιλήνη, παρά τις κοροϊδίες και τα πειράγματα του κόσμου, συνεχίζε να ζωγραφίζει, πραγματοποιώντας αρκετές τοιχογραφίες σε χωριά, έναντι ευτελούς αμοιβής, συνήθως για ένα πιάτο φαγητό και λίγο κρασί. Πολλά από τα έργα του, αυτής της περιόδου, έχουν χαθεί, είτε από φυσική φθορά είτε εξαιτίας καταστροφής τους από κατόχους τους.

Στη Μυτιλήνη, το συνάντησε ο καταξιωμένος τεχνοκριτικός και εκδότης Στρατής Ελευθεριάδης (Tériade), ο οποίος διέμενε στο Παρίσι. Στον Ελευθεριάδη οφείλεται σε μεγάλο βαθμό η αναγνώριση της αξίας του έργου του Θεόφιλου αλλά και η διεθνής προβολή του, που ωστόσο σημειώθηκε μετά το θάνατό του. Με έξοδα του Ελευθεριάδη ανεγέρθηκε επίσης το 1964 το Μουσείο Θεοφίλου στην Βαρειά. Τα έργα του υπέγραφε συνήθως χρησιμοποιώντας το επώνυμο της μητέρας του, ενώ το μοναδικό έργο που φέρει το κατά κόσμον όνομά του, έχει υπογραφή «Έργο Θεόφιλου Γαβριήλ Κεφαλά» και είναι μία εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στο σκευοφυλάκιο του Ιερού Ναού Ταξιαρχών στις Μηλιές Πηλίου.

Ο Θεόφιλος πέθανε το Μάρτιο του 1934, παραμονές του Ευαγγελισμού, πιθανότατα από τροφική δηλητηρίαση, στη Μυτιλήνη. Τον Ιούνιο του 1961 εγκαινιάστηκε μεγάλη έκθεση με έργα του Θεόφιλου στο Μουσείο του Λούβρου. Ήταν ο θρίαμβος του φουστανελά που κάποτε τον έλεγαν «σοβατζή». Το κοσμοπολίτικο Παρίσι υποδέχθηκε τον Έλληνα αυτοδίδακτο καλλιτέχνη, τον «παρθένο μαθητή των αισθήσεων», ο οποίος, κατά τον Οδυσσέα Ελύτη «έδωσε έκφραση πλαστική στο αληθινό μας πρόσωπο». Η έκθεση οφείλετο στον Τεριάντ, βαθύ πατριώτη και εμπνευστή κορυφαίων δημιουργών του 20ου αιώνα, που ανακάλυψε το Θεόφιλο και προσέδωσε κύρος στο έργο του, κινώντας το ενδιαφέρον της Ευρώπης, των διανοουμένων της εποχής. Ο «εν ξιφήρεις» φουστανελάς μπήκε στις αίθουσες του πιο λαμπρού μουσείου και οι Λουδοβίκοι συναντήθηκαν με τον Αντώνη Κατσαντώνη, τον Αθανάσιο Διάκο, το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, το Μέγα Αλέξανδρο, την Αρετούσα. Έργα απλά, ελεύθερα, γεμάτα φως, σοφία και γλαφυρότητα, ενθουσίασαν τους επισκέπτες της έκθεσης «οι οποίοι εξεφράζοντο μετά θαυμασμού δια την πρωτοτυπίαν του ζωγράφου Θεόφιλου, που θεωρείται ως ο πρωτοπόρος της λαϊκής αυτής τεχνοτροπίας».

thing1

Η ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΛΑΚΗ ΠΑΠΑΣΤΑΘΗ

Η ταινία του Λάκη Παπαστάθη αναφέρεται στο Θεόφιλο βλέποντας την εικαστική οντότητά του συνολικά. Βλέπουμε το Θεόφιλο σε νεαρή ηλικία, στο στρατό, ακολούθως τις πρώτες επαφές του με έργα εικαστικής δημιουργίας, την καθημερινή ζωή του. Έχουμε τρεις διαφορετικές αφηγήσεις, οι οποίες «πλέκονται», με τη διαδικασία του μοντάζ, παράλληλα. Το ντοκιμαντερίστικο ύφος είναι έντονο, η ταινία αυτή έρχεται μετά από μία άλλη ταινία του ίδιου ύφους, «Τον καιρό των Ελλήνων» (1981) και μετά από τρεις ταινίες ντοκιμαντέρ μικρού μήκους και μία ταινία μυθοπλασίας μικρού μήκους. Ο Λάκης Παπαστάθης έκανε περισσότερα ντοκιμαντέρ παρά ταινίες μυθοπλασίας. Στο «Θεόφιλο» (1987) το ύφος ταινίας τεκμηρίωσης (ντοκιμαντέρ) «μπερδεύεται» με τη μυθοπλασία δημιουργώντας μία άλλη αφήγηση.

Θα μπορούσαμε να το εξηγήσουμε κάπως έτσι. Έχουμε τη ζωή του Θεόφιλου ως απλού πολίτη, της ελεύθερης πλέον Ελλάδας. Παράλληλα, παρατηρούμε τη δραστηριότητά του και τις αντιδράσεις του ως καλλιτέχνη, όσον αφορά στα στοιχεία της πραγματικότητας. Με αυτό τον τρόπο παράγεται μία άλλη διαφορετική αφήγηση. Έχουμε, λοιπόν, ως συνολική αφήγηση αυτή που είναι ονειρική, παράγεται ξεκινώντας από μία ονείρωση ή φαντασίωση του καλλιτέχνη για να γίνει απόδοση της πραγματικότητας, έτσι, δηλαδή, που ο Θεόφιλος αντιλαμβάνεται την Ελλάδα της εποχής του, σε συνάρτηση με την Ιστορία και, συγχρόνως, μία κριτική στην ελληνική κοινωνία, για την απόσταση που αυτή έχει πάρει από την παράδοση.

Ο Θεόφιλος βρίσκεται σε μία κατάσταση σχεδόν παραληρηματική, αυτό το υποδηλώνει ο τρόπος ομιλίας του, κατ’επέκταση και της αναπνοής του. Το έργο του κρατά μία απόσταση από αυτό που λέμε πραγματικό, είναι μία έμμεση κριτική στην πορεία της ελληνικής κοινωνίας, η οποία προσπαθεί να πάρει αποστάσεις από το την «καθ’υμάς Ανατολή», να πάει προς την «πολιτισμένη» Δύση. Διακρίνουμε ότι αυτό δημιουργεί στο Θεόφιλο μία υστερική νεύρωση που ακουμπά τα όρια της ψύχωσης, σύμφωνα με αντιδράσεις έντονου υστερικού τύπου, σε κάποιες επαφές του.

Ο Λάκης Παπαστάθης δείχνει την κριτική στάση του Θεόφιλου, την επιφανειακή μελέτη του έργου του, κατά τη διάρκεια της ζωής του,  τη μουσειακή αντιμετώπισή του, μετά το θάνατό του, άρα, με αυτό τον τρόπο, δε βλέπουμε αυτό το έργο ως ζωντανό οργανισμό, μέσα στην Ιστορία, όπως θα έπρεπε. Τελικά η «περίπτωση Θεόφιλος» δεν έχει να κάνει μόνο με αυτή την καλλιτεχνική δημιουργία, αλλά και με αυτές που είναι σύγχρονες της ταινίας, οι οποίες αντιμετωπίζονται με παρόμοιο τρόπο.

Η ταινία δεν έχει μία αλλά πολλαπλές αναγνώσεις. Αναδεικνύει το έργο του Θεόφιλου, σε συνάρτηση με την εποχή που έζησε και με τη σημερινή εποχή, λαμβάνοντας υπόψη τα σύγχρονα «περιθωριακά» έργα τέχνης. Το πιο σημαντικό είναι ότι αυτές οι αναγνώσεις αλλάζουν συνέχεια, όσο αλλάζει το κοινωνικό στάτους και τα εικαστικά δρώμενα, στην αναφερόμενη εποχή. Τελικά, μας δίνει την ευκαιρία να δούμε το χαρακτήρα «παράξενο», «περιθωριακό», «τρελό» κ.λπ. με διαφορετικό μάτι, να εξετάσουμε πιο λεπτομερώς την κάθε περίπτωση, να είμαστε πιο προσεχτικοί με τους χαρακτηρισμούς ενός καλλιτεχνικού έργου ή ενός καλλιτέχνη.

Η ταινία βλέπεται σήμερα, 23 χρόνια αργότερα, με την ίδια σοβαρότητα. Αυτό που θα έπρεπε να παρατηρήσουμε είναι η πλαστικότητα των κάδρων, κάθε ένα από αυτά θα μπορούσε να ήταν ένα έργο ζωγραφικής, σε στιλ του Θεόφιλου, βάζοντας έτσι το θεατή στο χαρακτήρα του ζωγραφικού έργου, η ταινία είναι ένας ζωντανός πίνακας. Δεν μπορούμε να πούμε κάτι καλό για την ηχοληψία, η οποία είναι κακή. Οι ηθοποιοί παίζουν πειστικά τους ρόλους τους, οι κινήσεις τους είναι αυστηρά μετρημένες, ο Καταλειφός αναπαριστά το Θεόφιλο, ως σωματότυπο, κίνηση, αναπνοή, εκφορά του λόγου και σκηνική παρουσία άψογα, κέρδισε και το βραβείο Καλύτερου Ανδρικού Ρόλου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης 1987. Το ίδιο ισχύει για την εκπληκτική δημιουργία της Ιουλίας Σταυρίδου, όσον αφορά στα κοστούμια.


Γιάννης Φραγκούλης

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα filmandtheater

Άρθρα

Επιστροφή στην κορυφή