Την Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου, στις 20:00, πραγματοποιήθηκε ζωντανά στο κανάλι του Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου στο YouTube μία online συζήτηση με θέμα τη «Διανομή των Ελληνικών Κινηματογραφικών Ταινιών», την οποία συντόνισε ο Διευθυντής του Πανοράματος και κριτικός κινηματογράφου Νίνος Φένεκ Μικελίδης. Στη συζήτηση, την οποία μπορείτε να παρακολουθήσετε εδώ, συμμετείχαν: οι σκηνοθέτες Δημήτρης Τσιλιφώνης και Βασίλης Μαζωμένος, ο σκηνοθέτης και υπεύθυνος ελληνικών ταινιών στην ΕΡΤ Ηλίας Δημητρίου, ο σκηνοθέτης Άγγελος Κοβότσος (ως εκπρόσωπος της Ένωσης Ελληνικού Ντοκιμαντέρ), o αιθουσάρχης Μπάμπης Κονταράκης, η Διευθύνουσα Σύμβουλος της εταιρείας διανομής Feelgood Eιρήνη Σουγανίδου και η Διευθύντρια της Hellas Film Αθηνά Καλκοπούλου. Αγωνία όλων, «η ανάγκη να βρεθεί τρόπος η ελληνική ταινία να βρίσκει τον δρόμο της προς την αίθουσα και να την βλέπει το κοινό».

Την επομένη της συζήτησης αυτής, η εταιρεία Warner Bros. ανακοίνωσε ότι όλες οι παραγωγές της του 2021 θα κυκλοφορούν στη νέα της πλατφόρμα HBO Max, ταυτόχρονα με την πρεμιέρα τους στις αίθουσες! Λίγο καιρό πριν, η χολιγουντιανή εταιρεία Universal και το δίκτυο αιθουσών διανομής AMC είχαν συμφωνήσει να μειωθεί το χρονικό διάστημα από την πρεμιέρα μιας ταινίας στις αίθουσες μέχρι την παρουσία της σε κάποια πλατφόρμα, από τις 90 ημέρες στις 17. Πριν μερικές ημέρες πάλι, έγινε γνωστό ότι το δίκτυο αιθουσών διανομής AMC κάνει την τελευταία του προσπάθεια για να αποφύγει τη χρεωκοπία, εκδίδοντας διακόσια εκατομμύρια νέες μετοχές, από τις οποίες ευελπιστεί να εισπράξει 750.000.000 δολάρια. H Cineworld, o μεγαλύτερος ανταγωνιστής του AMC, για να αποφύγει κι αυτή τη χρεωκοπία, δανείστηκε 450.000.000 δολάρια, χωρίς να είναι σίγουρο ότι τελικά θα αποφύγει το μοιραίο. Σε μία τέτοια διεθνή συγκυρία, όταν η θέαση των ταινιών φεύγει από την κινηματογραφική αίθουσα, στην Ελλάδα υπάρχουν άνθρωποι που αγωνιούν για τη διανομή της ελληνικής ταινίας, χωρίς καν να θέτουν τα σωστά ερωτήματα: Ποια ελληνική ταινία δεν βρίσκει τον δρόμο της προς την αίθουσα; Γιατί δεν τον βρίσκει; Αν τον βρει, την βλέπει το κοινό; Αν δεν την βλέπει, γιατί δεν την βλέπει; Και τι κάνουν θεσμοί και φορείς ως προς αυτό;

Ο Δημήτρης Τσιλιφώνης και ο Ηλίας Δημητρίου αναφέρθηκαν στις δικές τους δυσάρεστες εμπειρίες ως σκηνοθέτες. Η ταινία «Do It Yourself» (2018) του πρώτου διανεμήθηκε από την Odeon, αλλά δεν πήγε καλά εισπρακτικά. Και οι ταινίες «Fish n’ Chips» (2011) και «Smac» (2016) του δεύτερου έμειναν πέντε και τρεις εβδομάδες (αντίστοιχα) στις αίθουσες, με την πρώτη να μην έχει διανομέα, αλλά να έχει βγει κατ’ ευθείαν στον κινηματογράφο Δαναός, ο ιδιοκτήτης του οποίου την ζήτησε, επειδή την είχε δει και του είχε αρέσει, και τη δεύτερη να έχει μεν διανομέα, αλλά να δυσκολεύεται να βρει αίθουσα. Σωστά όλα αυτά, αλλά είναι… η μισή αλήθεια.

DO IT YOURSELF movie

H ταινία του Τσιλιφώνη (φωτό) άνοιξε στις 8 Μαρτίου του 2018, σε δύο αίθουσες, μία από τις οποίες ήταν ο κινηματογράφος Όπερα, στο κέντρο της Αθήνας, και παρέμεινε σ’ αυτές για τρεις εβδομάδες, πραγματοποιώντας συνολικά 576 εισιτήρια! Η εταιρεία διανομής πίστεψε στην ταινία και την έβγαλε σε καλή περίοδο, αλλά το κοινό δεν ανταποκρίθηκε. Το «Fish n’ Chips» άνοιξε στις 10 Μαΐου του 2012, μόνο στον κινηματογράφο Δαναός, και στις πέντε εβδομάδες της προβολής του έκανε 1.700 εισιτήρια συνολικά. Το δε «Smac», τη διανομή του οποίου είχε αναλάβει η μικρή εταιρεία Carousel Films, άνοιξε στις 5 Μαΐου του 2016 σε τρεις αίθουσες και έκανε συνολικά 758 εισιτήρια. Και οι δύο ταινίες του Δημητρίου βγήκαν στις αίθουσες σε κακή εποχή, όταν πια η χειμερινή σεζόν όδευε προς το τέλος της.

Ας πάρουμε την «καλύτερη» από τις τρεις αυτές περιπτώσεις: τα 1.700 εισιτήρια της «Fish n’ Chips» (φωτο). Με 7 ευρώ τιμή εισιτηρίου, μείον το ΦΠΑ, και με 50% δικαίωμα αίθουσας (στην καλύτερη των περιπτώσεων), η αίθουσα εισέπραξε κάπου 5.000 ευρώ. Για πέντε εβδομάδες, μην το ξεχνάμε. Τι να πρωτοπληρώσει με αυτά ο αιθουσάρχης; Τους μισθούς υπαλλήλου του ταμείου, μηχανικού προβολής, καθαρίστριας, «πορτιέρη» και υπεύθυνου της αίθουσας, το ενοίκιο, το φως; Η προβολή της ταινίας έβαλε τον αιθουσάρχη μέσα… 100%.

Απάντηση στο βασικό ερώτημα: Ποια ελληνική ταινία δεν βρίσκει τον δρόμο της προς την αίθουσα; Η «καλλιτεχνική» ελληνική ταινία. Γιατί περί αυτής πρόκειται! Δεν μιλάμε για το «Αιγαίο SOS», την ταινία της Odeon που διανεμήθηκε τη χρονιά του «Do It Yourself», είχε ανοίξει συνολικά σε 114 αίθουσες, προβαλλόταν για επτά εβδομάδες και έκανε συνολικά 211.933 εισιτήρια. Μιλάμε για την ελληνική «καλλιτεχνική» ταινία, ο σκηνοθέτης της οποίας… εκφράζεται αδιαφορώντας για τον θεατή. Και ο θεατής, λοιπόν, αδιαφορεί γι’ αυτόν.

Να πάμε στο 2020; Η ελληνική ταινία «Χαλβάη 5-0» (φωτό), που έκανε πρεμιέρα στις 30 Ιανουαρίου σε 110 αίθουσες, πραγματοποίησε συνολικά 223.962 εισιτήρια. Η «Winona» και ο «Απόστρατος», που έκαναν πρεμιέρα τον Φεβρουάριο, σε 2 και 8 αίθουσες αντίστοιχα, πραγματοποίησαν συνολικά 6.249 και 5.224 εισιτήρια. Αποτελούν… φωτεινές εξαιρέσεις, από αυτές που είχαμε χρόνια να δούμε. Μην μου αναφέρετε την «Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς» διότι αποτελεί την εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον παραπάνω κανόνα: 35.489 εισιτήρια συνολικά σε «καλλιτεχνική» ελληνική ταινία (και εν μέσω κορονοϊού) είχαμε να δούμε από το 2016, όπου η έκπληξη ήταν το «Suntan» με συνολικά 23.951 εισιτήρια.

Αυτή η ελληνική ταινία, η «καλλιτεχνική», δεν βρίσκει εδώ και χρόνια τον δρόμο της για την αίθουσα. Διότι δεν κάνει εισιτήρια και ο αιθουσάρχης, ως σωστός επιχειρηματίας, δεν ρισκάρει να την προβάλει. Πρέπει να βγάλει τα έξοδά του, κι έχει και οικογένεια να ζήσει ο άνθρωπος… Δεν κάνει το επάγγελμα αυτό από hobby, όπως πολλοί εκ των σκηνοθετών («εκφράζονται», το είπαμε), ούτε αποτελεί φιλανθρωπικό ταμείο (όπως το ΕΚΚ, ας πούμε).

Πριν το 2010, δηλαδή πριν τον νόμο Γερουλάνου, πολλοί αιθουσάρχες έπαιρναν αυτό το ρίσκο διότι υπήρχε η επιστροφή φόρου. Και κάποιοι διανομείς, επίσης. Και την απώλεια (από τα εισιτήρια που δεν πραγματοποιήθηκαν) την αντιστάθμιζε αυτή η επιστροφή (η οποία ήταν επί του συνόλου των πραγματοποιηθέντων εισιτηρίων της αίθουσας). Οι φωστήρες σύμβουλοι του τότε Υπουργού (οι σκηνοθέτες της «Ομίχλης», ας μην το ξεχνάμε, με τους Δημητρίου, Μαζωμένο και Κοβότσο να ανήκουν εκείνο το διάστημα στην κίνηση αυτή), όμως, ζήτησαν να εξαιρεθεί η αίθουσα από την επιδότηση και να μπουν στη θέση της οι… παραγωγοί της ταινίας. Κι η «καλλιτεχνική» ελληνική ταινία (αυτο)εγκλωβίστηκε σε ορισμένες «περιθωριακές» αίθουσες Τέχνης (ή την Ταινιοθήκη της Ελλάδος), οι οποίες ταυτόχρονα έπαψαν ν’ ανακοινώνουν τον αριθμό των εισιτηρίων που πραγματοποίησαν. Χωρίς να ιδρώσει το αυτί κανενός Διευθυντή στο Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, που τον βόλευε κι αυτόν η συγκεκριμένη αποσιώπηση, μιας και όλοι πια μιλούσαν για τα… βραβεία τα οποία έφερναν αυτές οι ταινίες (αν τα έφερναν κι αυτά…).

Να μην μιλήσω για τα ντοκιμαντέρ, τα περισσότερα από τα οποία προβάλλονται μία ή δύο φορές την εβδομάδα, σε απογευματινές ώρες, και… ποτέ δεν ανακοινώνονται τα εισιτήρια που έκοψαν. Διότι είναι τριψήφιος (συχνά και διψήφιος) ο συνολικός αριθμός τους. Παραδείγματα (από αυτά που έχουμε στοιχεία): «Οι Άγνωστοι Αθηναίοι» (2020) 1.095 εισιτήρια συνολικά μέσα στη χρονιά (φωτό), «Ορεινές Συμφωνίες» (2019) 892 συνολικά εισιτήρια, «SugarTown: Για Μια Χούφτα Ψήφους» (2019) 125 συνολικά εισιτήρια, «Όλο Γελούσε» (2019) 121 συνολικά εισιτήρια, «Κωστής Παπαγιώργης, Ο Πιο Γλυκός Μισάνθρωπος» (2018) 935 συνολικά εισιτήρια, «Ο Τελευταίος Παρτιζάνος» (2018) 291 συνολικά εισιτήρια, «90 Χρόνια ΠΑΟΚ: Νοσταλγώντας το Μέλλον» (2017) 1.263 συνολικά εισιτήρια, «The Great Utopia» (2017) 558 συνολικά εισιτήρια. Θα το πω απερίφραστα, και θα λυπήσω τον κύριο Κοβότσο: μπορεί να έχουμε περισσότερα των τριών φεστιβάλ ντοκιμαντέρ στη χώρα μας, αλλά το ντοκιμαντέρ δεν είναι «εμπορικό» είδος (εκτός σπανίων εξαιρέσεων). Ως εκ τούτου, είναι τελείως ακατάλληλο για την αίθουσα. Το ντοκιμαντέρ είναι για την τηλεόραση. Και θα στεναχωρήσω και τη διοίκηση του ΕΚΚ, λέγοντας ότι κακώς χρηματοδοτεί τόσα ντοκιμαντέρ ετησίως. Θα έπρεπε να δίνει χρήματα σε ένα ή δύο τη διετία ή τριετία, τα οποία πραγματικά (θα) ενδιαφέρουν το ευρύ κοινό και έχουν εξασφαλισμένο διανομέα. Τα υπόλοιπα θα πρέπει να χρηματοδοτούνται από την τηλεόραση και μόνο. Και υπάρχουν σταθμοί που το κάνουν: η ΕΡΤ (σαφέστατα), η COSMOTE (που έχει και δικό της κανάλι, όπου και τα προγραμματίζει), ο ΣΚΑΪ (όχι στην έκταση του παρελθόντος, πια), το OPEN.

Το ότι η Ελλάδα έστειλε το ντοκιμαντέρ «Όταν ο Βάγκνερ Συνάντησε τις Ντομάτες» (2019) για το Όσκαρ καλύτερου ξενόγλωσσου φιλμ (φωτό), δεν σημαίνει ότι η ταινία αυτή είναι καλή. Ούτε ότι έπρεπε να σταλεί. Κάποια επιτροπή του ΥΠΠΟΑ αποφάσισε έτσι. Διότι τα μέλη της έκριναν ότι… έτσι έπρεπε να κάνουν. Θυμούνται πολλά ντοκιμαντέρ να ήταν υποψήφια για το Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας; Στο παρελθόν, υπήρχε νόμος που προέβλεπε ποια ταινία προτείνεται ως επίσημη συμμετοχή της Ελλάδας στον θεσμό αυτό. Και ο Ευάγγελος Βενιζέλος ήταν εκείνος ο Υπουργός Πολιτισμού που όχι μόνο παραβίασε τον νόμο αυτό, αλλά είχε και το θράσος να το δηλώσει δημοσίως. Κι ο αδικημένος σκηνοθέτης Αντώνης Κόκκινος (κερδισμένος ήταν ο – ποιος άλλος; – Θόδωρος Αγγελόπουλος) δεν άρθρωσε λέξη, διότι ήξερε πως δεν θα ξαναέβλεπε χρηματοδότηση από το ΕΚΚ. Σήμερα, δεν υπάρχει κάτι ανάλογο, και ο κάθε Υπουργός ορίζει την επιτροπή του, τα μέλη της οποίας αποφαίνονται… Για την Ιστορία, η διανομή του «Όταν ο Βάγκνερ Συνάντησε τις Ντομάτες» έγινε από το CineDoc, αλλά δεν ανακοινώθηκαν τα εισιτήρια που πραγματοποιήθηκαν στον κινηματογράφο Δαναός.

Σε σχέση με την παραγωγή, είναι δυνατόν να ασχοληθεί κάποιος με την παραγωγή ταινιών και να μην ενδιαφέρεται για το αν η ταινία που θα γυρίσει θα κάνει εισιτήρια; Στη χώρα μας, είναι και παραείναι! Διότι ο παραγωγός της ίσως να έχει βγάλει και κέρδος… πριν τη διανομή της στην αίθουσα! Εξ ου και αδιαφορεί για τα εισιτήρια. Εξ ου και αδιαφορεί για το αν θα την δει ο θεατής. Η προβολή της έχει νόημα μόνο για τη ματαιοδοξία του σκηνοθέτη της. Η Ειρήνη Σουγανίδου διατύπωσε πολύ κομψά την κατάσταση. Είπε ότι όταν αγοράζει μία ελληνική ταινία ένα γραφείο διανομής, δίνει ένα minimum guarantee, αλλά αποκτά μόνο τα theatrical rights (και όχι και τα τηλεοπτικά ή την τοποθέτηση σε ψηφιακές πλατφόρμες). Άρα, είναι πολύ περιορισμένη η δυνατότητα να αποσβέσει την επένδυσή του.


Μία ελληνική «καλλιτεχνική» ταινία χρηματοδοτείται (στη χειρότερη περίπτωση) με:
125.000 ευρώ από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου
40.000 ευρώ από τη συνδρομητική τηλεόραση
35.000 ευρώ από την ΕΡΤ
40.000 ευρώ (minimum guarantee) από την εταιρεία διανομής

Με αυτά τα 240.000 ευρώ, συν τυχόν κεφαλοποιήσεις της ενοικίασης μηχανημάτων και του post-production, συν τυχόν χορηγίες, γίνεται η ταινία. Αν οι αντίστοιχες χρηματοδοτήσεις είναι μεγαλύτερες, αν υπάρχουν και χρήματα από ξένους φορείς (ευρωπαϊκούς ή κρατικούς), τόσο το καλύτερο. Ο παραγωγός έχει να διαχειριστεί περισσότερα χρήματα, τα οποία και δεν πρόκειται ποτέ να επιστρέψει. Φυσικά, θα κάνει και μία ακριβότερη ταινία. Μια ταινία που, σχεδόν πάντα, έχει γίνει με τα μετρητά που υπήρχαν – όχι με τα χρήματα που αναγράφονται στον προϋπολογισμό της. Αυτό είναι ένα κοινό μυστικό. Το ξέρει όλο το συνάφι, αλλά κανείς δεν το παραδέχεται δημοσίως.

Για την επένδυσή της, η συνδρομητική τηλεόραση (η NOVA ή η COSMOTE ουσιαστικά, πριν την τροπολογία του Νίκου Παππά στον σχετικό νόμο που πέρασε χατιρικά εν μέσω θερινής ραστώνης, μετά την οποία οι «επενδύσεις» αυτές ξαφνικά είτε σταμάτησαν είτε έγιναν… επιλεκτικές) αποκτά και ποσοστό συμπαραγωγής στην ταινία και δωρεάν μεταδόσεις της ταινίας. Ενώ θα έπρεπε να λαμβάνει μόνο το πρώτο και να πληρώνει κανονικά τα ποσά που έπρεπε να πληρώνει για τις δεύτερες (μην μου πείτε ότι και τώρα πληρώνει, διότι το ποσό το οποίο δίνει είναι ευτελές και υποχρεώνει τον παραγωγό να το αποδεχτεί, μαζί μ’ εκείνο της συμπαραγωγής).

Για την επένδυσή της, η ΕΡΤ αποκτά και ποσοστό συμπαραγωγής στην ταινία και δωρεάν μεταδόσεις της ταινίας. Ενώ θα έπρεπε να λαμβάνει μόνο το πρώτο και να πληρώνει κανονικά τα ποσά που έπρεπε να πληρώνει για τις δεύτερες (μην μου πείτε ότι και τώρα πληρώνει, διότι το ποσό το οποίο δίνει είναι ευτελές και υποχρεώνει τον παραγωγό να το αποδεχτεί, μαζί μ’ εκείνο της συμπαραγωγής).

Με τα τηλεοπτικά δικαιώματα προπωληθέντα (από τον παραγωγό), ως τρόπο κάλυψης του κόστους παραγωγής, το γραφείο διανομής πρέπει να εισπράξει το minimum guarantee από τα εισιτήρια που θα πραγματοποιήσει η ταινία. Για να εισπραχθούν αυτά τα 40.000, η ταινία θα πρέπει να πραγματοποιήσει πάνω από 30.000 εισιτήρια. Ξέρετε πολλές «καλλιτεχνικές» ταινίες να έχουν τέτοιες επιδόσεις; Εγώ, καμία. Κι αν υπάρξει, (θα) είναι το γεγονός της χρονιάς. Ποιας χρονιάς; Της πενταετίας ή της δεκαετίας! Γι’ αυτό και τα γραφεία διανομής, που επίσης εξαιρούνται της επιστροφής φόρου σύμφωνα με τον νόμο Γερουλάνου (που έγινε μετά από εισηγήσεις των «Ομιχλιστών», μην το ξεχνάμε), δεν δίνουν minimum guarantee, δηλαδή δεν χρηματοδοτούν ελληνικές ταινίες, εκτός κι αν ο προσανατολισμός τους είναι ξεκάθαρα εμπορικός. Που είναι το κακό σ’ αυτό; Σε ποια ελεύθερη οικονομία συμβαίνει το αντίθετο; Εξ ου και οι παραγωγοί ζητούσαν (και το πέτυχαν μέχρις ενός βαθμού) τα διάφορα tax shelter, tax relief και τα σχετικά. Δηλαδή, φορολογικά κίνητρα σε όσους ιδιώτες θα ήθελαν να γίνουν επενδυτές σε κινηματογραφικές ταινίες.

Ανέφερε ο Βασίλης Μαζωμένος ότι ορισμένοι θεωρούν αυτές τις ταινίας «υποπροϊόντα». Δεν θα τον διαψεύσω! Θα τον ρωτήσω, όμως: Πώς ονομάζει το συνάφι τις «κακές» εμπορικές ταινίες; Τη δεκαετία του ’80, όλοι τις αποκαλούσαν βιντεοπαραγωγές και μιλούσαν για ένα βρικολάκιασμα του Παλαιού Ελληνικού Κινηματογράφου. Σήμερα, μιλούν για υποκουλτούρα. Ποιος είπε ότι δεν ισχύει αυτό και για την «καλλιτεχνική» ταινία; Ποιος είπε ότι μία πραγματικά καλλιτεχνική (χωρίς εισαγωγικά) ταινία δεν μπορεί να είναι κακή; Κακές ταινίες υπήρχαν πάντοτε, κακές ταινίες θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν. Σε όλα τα είδη, σε όλες τις τυπολογίες, σε όλες τις χώρες του κόσμου. Μόνο που το κακό, συχνά είναι υποκειμενικό. Να θυμίσω την κριτική προσέγγιση του FREE CINEMA σε ορισμένες ταινίες, όπου ένας συντάκτης του τις εκθειάζει κι ένας άλλος τις επικρίνει;


Συνεπώς, υπάρχουν και καλλιτεχνικά σκουπίδια! Μην ντρεπόμαστε να το παραδεχτούμε. Θέλετε να ονοματίσω μερικά; Κατά τη δική μου γνώμη, φυσικά. Τα «Μήλα»«Το Όργιο» και το «Kala Azar» (φωτό) είναι τρεις από τις φετινές ελληνικές παραγωγές. Τα δύο φιλμ που διένειμε πέρσι σε αίθουσές της η Weird Wave, η «Winona» και το «Cosmic Candy». Το «The Bachelor» (2018), επίσης, το οποίο, όμως, πραγματοποίησε 235.789 εισιτήρια. Οι πολύ καλές ταινίες ή τα αριστουργήματα σπανίζουν. Η πλειονότητα της παραγωγής κινείται κάτω του μετρίου, με τις κακές ταινίες να είναι πολλές, πάρα πολλές. Αλλά αυτές οι κακές, πλην όμως εμπορικά επιτυχημένες ταινίες, είναι εκείνες που συντηρούν μία κινηματογραφία. Όταν δεν υπάρχουν αυτές, ο κόσμος δεν πηγαίνει σινεμά. Στο παρελθόν, που υπήρχαν αρκετές από αυτές, οι «καλλιτεχνικές» ελληνικές ταινίες έφταναν να κάνουν και 20 και 30 και 40 χιλιάδες εισιτήρια. Σήμερα, που αυτές είναι 2 – 3 ετησίως, οι «καλλιτεχνικές» ελληνικές ταινίες πραγματοποιούν ελάχιστα εισιτήρια. Και, φυσικά, είναι κατ’ όνομα μόνο καλλιτεχνικές. Επειδή το δήλωσαν οι σκηνοθέτες τους και το αποδέχτηκε το ΕΚΚ ως χρηματοδότης τους και ορισμένα φεστιβάλ ως πρόθυμοι διαφημιστές τους.

Ο Μπάμπης Κονταράκης, ως αιθουσάρχης, πέτυχε έναν πολύ καλό προγραμματισμό με το αφιέρωμα προβολών «Η Χαμένη Λεωφόρος του Ελληνικού Σινεμά», ένα εγχείρημα της Ένωσης Σκηνοθετών – Παραγωγών Ελληνικού Κινηματογράφου (ΕΣΠΕΚ), που γέμισε αρκετές φορές την αίθουσα του Άστορ. Δεν γνωρίζω τη χωρητικότητα του κινηματογράφου, αλλά η διοργάνωση θεωρήθηκε επιτυχημένη και επαναλήφθηκε με επιπλέον τίτλους. Μία γεμάτη αίθουσα, η οποία προβάλλει μία ταινία του παρελθόντος, στο πλαίσιο μιας ειδικής, αφιερωματικής προβολής, όμως, δεν φέρνει κόσμο στην ελληνική ταινία. Όπως και οι μεταμεσονύκτιες προβολές του παρελθόντος δεν έφεραν κοινό στην ταινία τρόμου. Φέρνει κόσμο στη συγκεκριμένη αίθουσα. Την κάνει γνωστή και την καθιστά «πιάτσα». Πολύ σωστή ενέργεια από την πλευρά του. Το αν θα θέλαμε αυτό να το κάνει η Hellas Film ή η Ταινιοθήκη της Ελλάδος, είναι μία άλλη κουβέντα. Στην οποία δεν είμαι σίγουρος ότι, αν την ανοίξουμε, θα συμφωνήσουμε όλοι.


Ο Κονταράκης μίλησε και ως διανομέας «ταινιών Τέχνης» και εξέφρασε το παράπονό του για την έλλειψη στήριξης και προβολής του art-house σινεμά από τα media. Προφανώς του διαφεύγουν δύο τινά. Πρώτον, αυτό που έλεγα παραπάνω: ό,τι πολλές από τις «ταινίες Τέχνης» είναι… κακές ταινίες. Που δεν ενδιαφέρουν κανέναν, εκτός από τους «βαρεμένους» κινηματογραφόφιλους και το ευάριθμο κοινό των κινηματογραφικών φεστιβάλ. Δεύτερον, ότι αυτό ακριβώς που ζητεί να κάνουν οι κριτικοί κινηματογράφου (πολλοί ήδη το κάνουν) είναι αυτό που έκαναν επί χρόνια για πληθώρα τίτλων του (κάποτε) λεγόμενου Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου. Επαινούσαν ό,τι σκουπίδι γυριζόταν από Έλληνες «δημιουργούς», με αποτέλεσμα να τους… πάρει χαμπάρι ο θεατής και να μην τους έχει πια εμπιστοσύνη. Για το ότι η «καλλιτεχνική» ελληνική ταινία έχει κατρακυλήσει στη συνείδηση της πλειονότητας του ελληνικού κοινού, το οποίο της έχει γυρίσει κανονικά και περιφρονητικά την πλάτη, η ευθύνη των μελών της ΠΕΚΚ (του Νίνου Φένεκ Μικελίδη και εμού περιλαμβανομένων) είναι τεράστια. Μόνο που ελάχιστοι το αναγνωρίζουν. Το έκανε ο Βασίλης Ραφαηλίδης, όταν πια ήταν αργά. Όταν το κακό είχε ήδη γίνει.

Ειπώθηκαν κι άλλα… ωραία. Όπως ότι η ελληνική τηλεόραση προβάλει μόνο ταινίες της Φίνος Φιλμ, και ότι ο σύγχρονος ελληνικός κινηματογράφος είναι αποκλεισμένος απ’ αυτήν. Με επικριτική διάθεση. Είναι αλήθεια, η πλειονότητα των ταινιών του μετά το 1974 ελληνικού κινηματογράφου δεν μεταδίδεται από την τηλεόραση. Το ξέρουν ότι η τηλεόραση αυτή είναι «ιδιωτική»; Ξέρουν ότι η ιδιωτική τηλεόραση καλύπτει τα έξοδά της από τις διαφημίσεις, οι οποίες έρχονται βάσει της θεαματικότητας, η οποία καθορίζει και την τιμολόγηση; Φυσικά και το ξέρουν, αλλά… το ξεχνούν. Ή καμώνονται ότι μιλούν για ταινίες «καλές», έχοντας κάνει στο μυαλό τους την αντιστοιχία: καλή (κατ’ αυτόν) ελληνική ταινία = καλή ταινία = εμπορική ταινία. Λάθος! Η ιδιωτική τηλεόραση ενδιαφέρεται για ταινίες εμπορικές και μόνο. Δεν είναι όλες οι καλές ταινίες εμπορικές, ούτε όλες οι εμπορικές ταινίες είναι καλές. Και αδιάψευστος σε αυτό παράγοντας είναι τα εισιτήρια της αίθουσας, το box-office, κατ’ αρχήν. Και στη συνέχεια, μετά τη μετάδοση της ταινίας από ένα κανάλι, οι μετρήσεις θεαματικότητας της Nielsen, οι οποίες και συνοδεύουν πια την ταινία. Η εμπορικότητα και η θεαματικότητα καθορίζουν τη μετάδοση μιας ταινίας από την ιδιωτική τηλεόραση.

Βέβαια, υπάρχει και η δημόσια τηλεόραση: Οι τρεις ΕΡΤ. Η οποία και αγκαλιάζει αυτές τις ταινίες. Το πόσο καλά το κάνει, το πόσο δίκαιη και αντικειμενική είναι στις επιλογές της και τον προγραμματισμό της, το κατά πόσο έπρεπε να πληρώνει τα χρήματα που πληρώνει για τις ταινίες που μισθώνει και πολλά άλλα, δεν είναι εύκολο να αποτιμηθούν. Διότι όλοι μας είμαστε εμπλεκόμενοι σ’ αυτό, με περισσότερες της μιας ιδιότητες. Ας μείνουμε, λοιπόν, στο ότι το κάνει – ασχέτως του αν θα θέλαμε «κάτι άλλο» απ’ αυτήν. Εδώ, ωστόσο, πρέπει να παρατηρήσουμε και την ορθότητα της άποψης του Μικελίδη («αυτές οι ταινίες πρέπει να παίζονται στις 10 το βράδυ») και την ορθότητα του αντίλογου του Δημητρίου («μα, είναι Κ-16 και πρέπει να μεταδοθούν μετά τα μεσάνυχτα» – μετά τις 23:00 θα έπρεπε να πει), και να συμπληρώσουμε την ανικανότητα όλων των εμπλεκόμενων να «αγωνιστούν» για να μπορεί να γίνει (και να γίνεται) αυτό που λέει ο Μικελίδης.

Βλέπετε, ο συντονιστής της συζήτησης έχει μείνει στο πολύ μακρινό παρελθόν. Όταν μία ταινία μπορούσε να προγραμματιστεί όποτε ήθελε ένας Διευθυντής Προγράμματος, ενώ σήμερα υπάρχει ένας νόμος που επιβάλει τη «σήμανση» της ταινίας και προγραμματισμό βάσει αυτής. Όταν ο Λευτέρης Κρέτσος, ως Υφυπουργός Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης, όμως, τροποποίησε τη σχετική νομοθεσία, κανείς δεν πρόβαλε αντίρρηση στην άμεση εξάρτηση της ώρας μετάδοσης από τη σήμανση (ούτε καν άνθρωποι της τηλεόρασης, που βρίσκονταν αποσπασμένοι… κοντά του). Που έγινε στο όνομα της προστασίας των ανηλίκων, ενώ στην πραγματικότητα είναι δικτατορικής έμπνευσης και λογοκριτικής νοοτροπίας, και καθιστά ανήμπορο όμηρό του τον ενήλικα θεατή. Κανείς από τους εκπροσώπους των Θεσμών του σινεμά στη χώρα μας, που έπρεπε να διαμαρτυρηθούν και να εναντιωθούν σ’ αυτό – και σ’ έναν Υπουργό δημοκρατικό, του ΣΥΡΙΖΑ. Ούτε το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, ούτε η Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου, ούτε κάποιο από τα συντεχνιακά Σωματεία του χώρου, ούτε καν οι ίδιοι οι σταθμοί (δημόσιοι ή ιδιωτικοί), της ελεύθερης ή της συνδρομητικής τηλεόρασης.

Άφησα για το τέλος την αθλιότητα που διέπραξε το ΥΠΠΟΑ. Είναι η δεύτερη που διαπράττει σε σχέση με τον κορονοϊό. Η πρώτη είχε ως συνέπεια την παραίτηση της διοίκησης του ΕΚΚ, τούτη εδώ, δε, κρίθηκε ως… θετική! Εξηγούμαι. Το ΥΠΠΟΑ αποφάσισε να ενισχύσει οικονομικά τις κλειστές κινηματογραφικές αίθουσες, που επλήγησαν άμεσα από την καραντίνα και το lockdown. Και οι σύμβουλοι της Υπουργού έκριναν ότι αυτό πρέπει να γίνει σε συνδυασμό με το αν αυτές πρόβαλλαν ή όχι μία ή περισσότερες ελληνικές ταινίες. Αν πρόβαλλαν, τότε δικαιούνται 2.000 ευρώ για την πρώτη εβδομάδα προβολής και άλλα 1.000 ευρώ αν η ταινία παρέμεινε στην αίθουσα για περισσότερο χρονικό διάστημα. Και κάθε αίθουσα μπορεί να επιδοτηθεί για το πολύ τρεις ταινίες (άρα, το ύψος της μέγιστης συνολικής επιδότησης είναι 9.000 ευρώ).

Γιατί είναι αθλιότητα; Διότι από το lockdown πλήγηκε ολόκληρος ο κλάδος: παραγωγή, διανομή και εκμετάλλευση. Για τη διανομή δεν έχει ληφθεί κανένα μέτρο. Κι ας βρίσκεται ο κλάδος σε απόγνωση. Τα προβλήματα των δύο αμερικανικών αλυσίδων διανομής ταινιών, που ανέφερα στην αρχή, έχουν τις αντιστοιχίες τους στη χώρα μας. Κι ας υπάρχουν κάποιοι που απειλούνται με χρεωκοπία. Για την εκμετάλλευση; Γιατί το μέτρο δεν ισχύσει για όλες τις αίθουσες. Κλειστές και ανοιχτές, κατ’ αρχήν. Μπορεί η ζημία των χειμερινών αιθουσών να είναι μεγαλύτερη, αλλά κι εκείνη των θερινών κινηματογράφων είναι υπαρκτή. Μετά, γιατί από το μέτρο εξαιρούνται οι πολυκινηματογράφοι; Μα, γι’ αυτούς η ζημία είναι πολύ πιο μεγάλη, επειδή απασχολούν σημαντικό αριθμό εργαζομένων. Οι μονές και διπλές αίθουσες, συχνά είναι οικογενειακές επιχειρήσεις. Και γιατί δεν επιδοτούνται οι μονές και οι διπλές αίθουσες που δεν πρόβαλλαν ελληνική ταινία; Αυτές δεν υπέστησαν ζημία; Αυτές δεν κινδυνεύουν να κλείσουν; Σαφώς και υπέστησαν, σαφώς και κινδυνεύουν να κλείσουν, αλλά οι εμπνευστές του μέτρου θέλουν να βοηθήσουν αυτούς που προβάλλουν ελληνική «καλλιτεχνική» ταινία μόνο. Οι εμπορικές ταινίες συνήθως προβάλλονται σε multiplex, που δεν ακουμπούν την «καλλιτεχνική» ελληνική ταινία. Να τιμωρηθούν, λοιπόν. Το μέτρο δεν είναι μόνο αντιδημοκρατικό, είναι και εκδικητικό. Γι’ αυτό και είναι διπλά άθλιο. Η κυρία Λίνα Μενδώνη και ο κύριος Νικόλαος Γιατρομανωλάκης πρέπει να αισθάνονται πραγματικά υπερήφανοι…

Κλείνοντας, θα ήθελα να αναφέρω ότι σε πρόσφατη έρευνα που έγινε στις ΗΠΑ, το 75% των ερωτηθέντων είπαν ότι αν είχαν να επιλέξουν ανάμεσα στη θέαση μιας κινηματογραφικής ταινίας στην αίθουσα ή από πλατφόρμα στο σπίτι τους, θα επέλεγαν το δεύτερο. Το 10% μόνο θα την έβλεπε στην αίθουσα, ενώ η απάντηση του άλλου 15% ήταν ότι το τι θα έκαναν θα εξαρτιόταν από την ίδια την ταινία. Τι σημαίνει αυτό; Ότι και το ανέβασμα μιας ταινίας σε μία ή περισσότερες πλατφόρμες, προϋποθέτει ένα ενδιαφέρον από τη μεριά του κοινού. Το ανέβασμα δεν είναι ανέξοδο. Έχει έξοδα παραγωγής και έξοδα συντήρησης. Κι αν δεν υπάρχει ζήτηση, τότε καμία πλατφόρμα δεν θ’ ανεβάσει μία ελληνική ταινία που την είδαν ο σκηνοθέτης της, τα μέλη του συνεργείου και οι συγγενείς τους. Ακόμα κι όταν πρόκειται για SVoD – το TVoD θα το έχει σίγουρα αποκλείσει ο διαχειριστής της.

Δημήτρης Κολιοδήμος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα freecinema.gr

 

Άρθρα

Επιστροφή στην κορυφή