Κριτική στην κινηματογραφική κριτική (Μέρος 1ο)

kritik2

Πριν πολλά χρόνια είχα γράψει ένα άρθρο όπου κριτικάριζα τον επιφανειακό, επιπόλαιο και ρηχό τρόπο που γράφονταν στις εφημερίδες και τα περιοδικά ποικίλης ύλης, οι κριτικές, τα σχόλια-ανταποκρίσεις-κριτικές για τις ταινίες, από μάλλον ερασιτέχνες κριτικούς, χωρίς μεγάλη κινηματογραφική παιδεία, χωρίς κινημ/κές σπουδές.
Έγραφα τότε πως η κινηματογραφική κριτική, στις περισσότερες εφημερίδες ή τα περιοδικά ποικίλης ύλης, ισοδυναμεί στην πραγματικότητα με παρουσιάσεις ταινιών. Ταυτίζεται δηλαδή, λίγο-πολύ, με το δημοσιογραφικό ρεπορτάζ, με τη δημοσιογραφική κάλυψη του φιλμικού γεγονότος, σαν να πρόκειται για καλλιτεχνικό, κοσμικό ή κοινωνικό γεγονός. Ο βασικός κορμός αυτών των άρθρων αποτελείται συνήθως από την παρουσίαση της υπόθεσης και ορισμένα σχόλια για τους συντελεστές ή τους επί μέρους τομείς (φωτογραφία, μουσική κ.λπ.), καθώς και για την επιτυχία ή αποτυχία του εγχειρήματος. Διαπιστώνουμε λοιπόν ένα ουσιαστικό έλλειμμα κριτικής και ανάλυσης.
Το δημοσιογραφικό κινηματογραφικό ρεπορτάζ που γράφεται περίπου όπως το κοινωνικό, καλλιτεχνικό ή πολιτικό ρεπορτάζ, δεν αντιμετωπίζει το φιλμ ως αισθητικό (ήτοι νοηματικό-μορφικό) σύνολο, αλλά αραδιάζει χωρίς κόπο και σε λίγο χαρτί, μερικές εύκολες σκέψεις: πρόχειρα, χωρίς στοχασμό, αβασάνιστα και ρουτινιέρικα, συχνά χωρίς κανένα σεβασμό προς αυτόν που δούλεψε για να φτιάξει το φίλμ. Χρησιμοποιούνται τυποποιημένες εκφράσεις, συχνά δημιουργούνται συρταράκια και κουτάκια μέσα στα οποία κατατάσσονται και διαμελίζονται οι ταινίες: «έχει δροσιά και φρεσκάδα», «έχει ατμόσφαιρα», «θαυμάσιες ερμηνείες», «υπέροχη φωτογραφία»... Κι αντιθέτως, κλισαρισμένες διαβεβαιώσεις του τύπου: «μέτριες ερμηνείες», «χωρίς δραματουργικές κορυφώσεις», «έλλειψη ρυθμού». Συνθηματικές ρήσεις που λειτουργούν σαν τον πάγκο του Προκρούστη για τις ταινίες. Με αυτό τον τρόπο ακόμα κι οι έπαινοι χάνουν το νόημά τους.
Αυτό το ρεπορτάζ βρίθει τηλεγραφικών «κριτικών» απλουστεύσεων και μομφών εναντίον αυτού που δεν εντάσσεται στους παραδοσιακούς κινηματογραφικούς κώδικες. Ο συγκεκριμένος λόγος αποστρέφεται το παράδοξο, το ανησυχητικά παράξενο και τις κινημ/κές αισθητικές ιδιαιτερότητες. Προσφεύγει ασταμάτητα στις αναγωγές σε άλλες ταινίες, γιατί δεν κάνει τον κόπο να σκεφτεί το ίδιο το φιλμικό αντικείμενό του. Χρησιμοποιεί, με επιπόλαιο τρόπο, μεθοδολογίες που δεν κατέχει. Η στρατηγική του είναι ο συντηρητισμός, η αποποίηση των αισθητικών καινοτομιών, η λατρεία των εντυπωσιακών εμπορικών παραγωγών.

kritiki1 1


Διθύραμβοι ή αφορισμοί, οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος
Ο δημοσιογραφικός κινηματογραφικός λόγος αρέσκεται στο να ξοδεύεται σε αφορισμούς ή αντιστρόφως σε διθυράμβους. Κατά τη γνώμη μου, αυτό το μη αποδεικτικό, το αποφθεγματικό κι απλουστευτικό στυλ γραφής θρέφεται από μία σχέση ταύτισης που τροφοδοτεί και συντηρεί τον μη δημιουργικό κριτικό. Πρόκειται για τις ταυτίσεις του με τους μεγάλους δημιουργούς ή με όσους αποφασίζει να βαπτίσει έτσι, κάπως αυθαίρετα, προκειμένου να μορφοποιήσει κι επιβεβαιώσει τον εαυτό του ως κριτικό, προκειμένου να τον κάνει αναγνωρίσιμο ως τέτοιον. Μόνο αν βρει ποια μοντέλα θα υποστηρίξει φανατικά, μπορεί να δώσει στην ύπαρξή του ως κριτικού, σάρκα και οστά. Στην πραγματικότητα, να δανειστεί σάρκα και οστά. Λόγω της αποστέρησης που αισθάνεται εξαιτίας της αδυναμίας του να δημιουργήσει (είτε σαν κριτικός-συγγραφέας με θέμα την τέχνη, είτε σαν καλλιτέχνης), έχει ανάγκη από το προαναφερόμενο δάνειο, από τις άκριτες ταυτίσεις που του δίνουν υπόσταση και ταυτότητα. Αν δεν υμνήσει ενθουσιωδώς κάποια ταινία και κάποιον δημιουργό, δεν έχει λόγο ύπαρξης. Τόσο περισσότερο μάλιστα αποκτά λόγο ύπαρξης, όσο αυτό που εξυμνεί είναι «δική του ανακάλυψη», προσωπικό του εύρημα (βλ. τη σχέση τής παραπάνω στάσης με την εκκεντρικότητα και την παραδοξολογία στις κρίσεις του).
Στις ταυτίσεις του με τους μεγάλους κι αναγνωρισμένους δημιουργούς, ο δημοσιογράφος-κριτικός βρίσκει τον εαυτό του, ο οποίος δεν πραγματώθηκε. Τον εαυτό ο οποίος ποθούσε να δημιουργήσει, αλλά δεν το κατόρθωσε…
Ο συμβατικός κριτικός -του οποίου το έργο δεν δικαιώνεται από μόνο του- επειδή ζει από τα είδωλα που αναδεικνύει ή κατασκευάζει για προσωπικούς λόγους, κατά βάθος αισθάνεται φθόνο γι’ αυτά. Έτσι είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμος και πρόθυμος να τα γκρεμίσει, να τα εκδικηθεί. Να εξακοντίσει αφορισμούς και να κατακεραυνώσει τις «αποτυχημένες προσπάθειες». Αυτή η ροπή της «κριτικής» είναι αρκετά διαδεδομένη, μπορούμε να τη συναντήσουμε στις εύκολες αποφάνσεις τού τύπου «πάει πια, πέθανε», «γέρασε», «αυτοεπαναλαμβάνεται», που κυρίως αναφέρονται στους ώριμους σκηνοθέτες.
Μετά την αποκαθήλωση και το γκρέμισμα του ειδώλου, ακολουθεί η ανακήρυξη σε νέο είδωλο κάποιου άλλου νεότερου σκηνοθέτη, που στο πρώτο «στραβοπάτημα» κινδυνεύει να πεταχτεί κι αυτός, σαν απόρριμα, στα σκουπίδια. Μέσα απ’ αυτές τις ψυχολογικές διεργασίες, ο δημοσιογραφών κριτικός τρέφεται από το σώμα των ταινιών και του σκηνοθέτη (δεν είναι τυχαίο πως ο σκηνοθέτης βλέπει τον κριτικό σαν επίδοξο βαμπίρ που του πίνει το αίμα). Οι διθύραμβοι κι οι αφορισμοί αποτελούν τη διαφορετική πλευρά της ίδιας στάσης, της ίδιας νοοτροπίας και έχουν τα ίδια αίτια.

Θόδωρος Σούμας
Το κείμενο δημοσιοεύτηκε στην ιστοσελίδα cinephilia.gr

Άρθρα

Επιστροφή στην κορυφή