• Facebook Page: 285868921532586
  • Twitter: pekkgram
  • YouTube: pekkgram

Σύγχρονος Τουρκικός Κινηματογράφος

Την Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2012, στις 12 μεσημέρι στο βιβλιοπωλείο Ιανός (Σταδίου 24), το Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου και η Πανελλήνια Ένωση Κριτικών Κινηματογράφο (Π.Ε.Κ.Κ.), εκτός από την από κοινού διοργάνωση του αφιερώματος “Τουρκικός Κινηματογράφος – Από τον Γιλμάζ Γκιουνέϊ στον Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν”, επιχείρησαν να χαρτογραφήσουν την άνθηση που γνωρίζει το τουρκικό σινεμά με μια συζήτηση – ανοιχτό τραπέζι, και τίτλο “Ο Σύγχρονος Τουρκικός Κινηματογράφος”. Ομιλητές ήταν, από την Τουρκία ο προσκεκλημένος του Πανοράματος και καταξιωμένος Τούρκος σκηνοθέτης Αλί Οζγκεντούρκ, και η κριτικός κινηματογράφου, Εσίν Κιουτσιουκτεπεπινάρ, και από την Ελλάδα οι κριτικοί κινηματογράφου Ανδρέας Τύρος και Ρόμπι Εκσιέλ. Συντονιστής της συζήτησης ήταν ο διευθυντής του φεστιβάλ, Νίνος Φένεκ Μικελίδης.



Στην εναρκτήρια εισήγησή του ο κ. Μικελίδης σημείωσε ότι για εκείνον, το τουρκικό σινεμά ξεκινάει στον Γιλμάζ Γκιουνέι για να φτάσει στον Σεμίχ Καπλάνογλου και τον Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν, εστιάζοντας σε βαθιά κοινωνικά θέματα μέσω, άλλοτε ρεαλιστικής κι άλλοτε στυλιζαρισμένης κινηματογραφικής γραφής, ενώ πλέον σήμερα ο τουρκικός κινηματογράφος ακμάζει με την παρουσία και τις βραβεύσεις του σε δεκάδες διεθνή φεστιβάλ.

Στη συνέχεια το λόγο πήρε ο Ανδρέας Τύρος, ο οποίος όπως είπε, παρακολουθώντας την τελευταία ταινία του Τσεϊλάν ένιωσε πως η “Αναπαράσταση” του Θόδωρου Αγγελόπουλου τέσσερις δεκαετίες μετά την κυκλοφορία της βρήκε την ιδανική συνέχεια όσον αφορά την αφοσίωση και την επικαιροποίηση των αντιλήψεών της. Πρόσθεσε πως είναι οι ταυτοσημίες του γεωγραφικού χώρου των Βαλκανίων που παρά τις φυλετικές, θρησκευτικές, πολιτικές (επιβαλλόμενες ή μη) διαφορές των λαών τους,  επηρεάζει τις ομοιότητές μας με τους γείτονες Τούρκους, οι οποίες φαίνονται έκδηλα και στα τουρκικά σίριαλ που προβάλλονται στα ελληνικά κανάλια. Σε αντίθεση όμως με αυτές τις σειρές που δεν αντιπροσωπεύουν την σύγχρονη τουρκική πραγματικότητα, ο κινηματογράφος της γειτονικής χώρας το επιτυγχάνει αυτό κυρίως μέσω του κοινωνικού ρεαλισμού του. Δήλωσε ότι νιώθει μεγαλύτερη οικειότητα με τον τουρκικό από ότι με τον ελληνικό κινηματογράφο, τονίζοντας δεικτικά ότι ο εγχώριος του φαίνεται σαν να έρχεται από τις “Άλπεις”, ή να τρώει μονίμως χαβιάρι, τουτέστιν πολύ μακριά από τον μέσο Έλληνα.
 
Ο Αλί Οζγκεντούρκ μίλησε για ένα κοινό μεταξύ των κινηματογραφιστών της Ελλάδας και της Τουρκίας, και συγκεκριμένα την επί δεκαετίες “αγωνιώδη” προσπάθειά τους να αποδείξουν στη δυτική κινηματογραφία πως αξίζουν και τα δικά τους έργα αντίστοιχης αντιμετώπισης, ενώ στην πραγματικότητα η καλλιτεχνική και δημιουργική φλέβα των λαών μας, είναι αυταπόδεικτη εδώ και αιώνες. Όπως είπε, προσωπική του δημιουργική επιδίωξη είναι οι ταινίες του να μην ανήκουν στην κατηγορία εκείνων που διακρίνονται και βραβεύονται σε ξένα φεστιβάλ, αλλά δεν κόβουν εισιτήρια στη χώρα τους.

Ο Ρόμπι Εκσιέλ είπε ότι η σχέση του με τον τουρκικό κινηματογράφο πέρασε από πολλά στάδια όλα αυτά τα χρόνια, έπρεπε όμως να φτάσει τα μέσα της δεκαετίας του 1980 όταν και γνώρισε ένα διαφορετικό τουρκικό σινεμά μέσα από τις ταινίες του Γιλμάζ Γκιουνέϊ “Ο Δρόμος” και “Το Τείχος”. Ένα σινεμά που όχι μόνο ήταν άρτιο τεχνικά και κοινωνικοπολιτικά ρεαλιστικό, αλλά και διατηρούσε άρρηκτη τη σχέση του με τον απλό λαό. Τις ίδιες ποιότητες αναγνώρισε και στον σημερινό τουρκικό κινηματογράφο των Τσεϊλάν – Καπλάνογλου.   

Η κριτικός κινηματογράφου, Εσίν Κιουτσιουκτεπεπινάρ μίλησε για το πόσο οι χαρακτήρες του σύγχρονου τουρκικού σινεμά που η ίδια αγαπάει, της θυμίζουν την ίδια τη δύσβατη πορεία της κινηματογραφίας στη χώρα της: Αμφότεροι πλήττονται, αγνοούνται, και συνήθως περιμένουν θαύματα για να σωθούν. Πάραυτα όμως, δεν κάμπτονται και αντιστέκονται με σθεναρό πείσμα στη διαφθορά τόσο του συστήματος, όσο και των ψυχών τους. Στη συνέχεια αναφέρθηκε σε χαρακτηριστικά της τουρκικής κινηματογραφίας, όπως οι μεγάλες σιωπές και η επαφή με τη φύση που όμως δεν ρομαντικοποιείται, αλλά περιγράφει μια μοναξιά. Όπως τόνισε, αμφότερα τα χαρακτηριστικά αυτά αποτελούν κληροδοτήματα που άφησε πίσω του το πραξικόπημα του ’82.

Στο q&a που ακολούθησε, ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχαν αφ’ ενός η απάντηση του Ανδρέα Τύρου σχετικά με την αισθητή απουσία, από τη συζήτηση, εκπροσώπων της εγχώριας κινηματογραφίας, αλλά και μεγάλης μερίδας των Μ.Μ.Ε., τονίζοντας ότι το Πανόραμα λόγω του πείσματος, της διαφορετικότητας και της ποιότητάς του ενοχλεί και κατά συνέπεια πολεμάται. Αφετέρου η αιτίαση του Αλί Οζγκεντούρκ στην κοινώς ομολογουμένη ακμή του σύγχρονου τουρκικού σινεμά, με τον σκηνοθέτη να υποστηρίζει ότι αυτή οφείλεται στον αναβρασμό που επικρατεί στην τουρκική κοινωνία σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα και που καθιστά σε γόνιμη ανησυχία όλους τους δημιουργούς.